10 Μαρτίου 2021

ΟΙ ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΕΩΣ.

ΟΙ ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΕΩΣ. ΙΕΡΟ ΠΗΔΑΛΙΟ σελιδα : 32. 33. 34 ΚΑΝΟΝΑΣ. Λ Α' ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΕΡΜΗΝΕΙΑ. σελιδα. 34. ΣΤΗΝ ΤΕΤΕΡΤΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ ΣΕΙΡΑ ΑΠΟ ΠΑΝΩ: """""""ΠΡΟ ΣΥΝΟΔΙΚΗΣ ΕΞΕΤΑΣΕΩΣ""""""" ΣΤΗΝ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΚΑΝΟΝΑ. Λ Α' στην ιδια σελιδα 34. ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΑΜΠΕΛΑ ΠΟΥ ΛΕΕΙ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΜΕΤΡΑ ΚΑΙ ΠΑΝΕ ΣΤΗΝ ΕΝΤΕΚΑΤΗ ΣΕΙΡΑ ΠΡΟΣ ΤΑ ΚΑΤΩ """""""""""""ΣΥΝΟΔΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΙΣ"""""""""" Σελιδα 358. ΚΑΝΟΝΑΣ. Ι Ε' ΤΗΣ Α'. ΚΑΙ Β' ΛΕΓΟΜΕΝΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΑΠΟ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΑΡΧΙΖΕΙ Ο ΚΑΝΟΝΑΣ ΜΕΤΡΑ ΠΡΟΣ ΤΑ ΚΑΤΩ ΚΑΙ ΠΑΝΕ ΣΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ ΣΕΙΡΑ: '""""""""ΠΡΟ ΕΜΦΑΝΕΙΑΣ ΣΥΝΟΔΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΕΛΕΙΑΣ ΑΥΤΟΥ ΚΑΤΑΚΡΙΣΕΩΣ"''""''"""" ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΣΕΛΙΔΑ. 358. ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΙΔΙΟ ΚΑΝΟΝΑ. Ι Ε' ΑΠΟ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΑΡΧΙΖΕΙ Ο ΚΑΝΟΝΑΣ ΜΕΤΡΑ ΚΑΙ ΠΑΝΕ ΠΡΟΣ ΤΑ ΚΑΤΩ ΣΤΗΝ ΔΩΔΕΚΑΤΗ ΣΕΙΡΑ """'""""""""ΠΡΟ ΣΥΝΟΔΙΚΗΣ ΔΙΑΓΝΩΣΕΩΣ""""""""""" ΠΑΝΕ ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΣΕΛΙΔΑ. 358. ΣΤΟΝ ΙΔΙΟ ΚΑΝΟΝΑ Ι Ε ' ΣΤΗΝ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΠΟ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΑΡΧΙΖΕΙ Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΜΕΤΡΑ ΚΑΙ ΠΑΝΕ ΠΡΟΣ ΤΑ ΚΑΤΩ ΣΤΗΝ ΕΚΤΗ ΚΑΙ ΕΒΔΟΜΗ ΣΕΙΡΑ """"""""""""""ΕΙΣ ΤΗΝ ΣΥΝΟΔΟΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΑΥΤΟΣ ΝΑ ΚΑΤΑΚΡΙΘΗ"""""""""""" ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΣΕΛΙΔΑ 358 ΣΤΟΝ ΙΔΙΟ ΚΑΝΟΝΑ: Ι Ε' ΣΤΗΝ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΠΑΛΙ ΜΕΤΡΑ ΑΠΟ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΑΡΧΙΖΕΙ Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΑ ΚΑΤΩ ΚΑΙ ΠΑΝΕ ΣΤΗΝ ΔΕΚΑΤΗ ΤΡΙΤΗ ΣΕΙΡΑ """""""""""""ΠΡΟ ΤΟΥ ΝΑ ΓΕΝΗ ΑΚΟΜΗ ΣΥΝΟΔΙΚΗ ΚΡΙΣΙΣ""""""""""" Σελιδα. 469. ΤΗΣ ΕΝ ΚΑΡΘΑΓΕΝΗ ΤΟΠΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΚΑΝΟΝΑΣ. Ι Α' ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΠΟ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΑΡΧΙΖΕΙ Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΜΕΤΡΑ ΠΡΟΣ ΤΑ ΚΑΤΩ ΚΑΙ ΠΑΝΕ ΣΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ ΚΑΙ ΕΚΤΗ ΣΕΙΡΑ """"""""""""""ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΕΞΕΤΑΣΙΣ"""""""""""""" ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ. J.-P. MIGNE ΤΟΜΟΣ. 137. ΣΕΛΙΔΑ. 1068 ΚΑΝΟΝΑΣ. Ι Ε ' ΤΗΣ Α'. ΚΑΙ Β' ΛΕΓΟΜΕΝΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΒΑΛΣΑΜΩΝΑΣ : ΣΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ. 1068. ΑΠΟ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΑΡΧΙΖΕΙ Ο ΒΑΛΣΑΜΩΝΑΣ ΜΕΤΡΑ ΠΡΟΣ ΤΑ ΚΑΤΩ ΚΑΙ ΠΑΝΕ ΣΤΗΝ ΣΕΙΡΑ: ΔΕΚΑΤΗ ΟΓΔΟΗ ΚΑΙ ΔΕΚΑΤΗ ΕΝΑΤΗ """""""""""""""ΠΡΟ ΕΝΤΕΛΟΥΣ ΔΙΑΓΝΩΣΕΩΣ ΠΟΛΛΩ ΔΕ ΠΛΕΟΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΔΙΑΓΝΩΣΙΝ""""""""""""""""" Σελιδα. 1069. ΠΑΛΙ ΣΤΟΝ ΒΑΛΣΑΜΩΝΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΔΙΟ ΚΑΝΟΝΑ. Ι Ε ' ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΣΕΛΙΔΑΣ. 1069 ΜΕΤΡΑ ΠΡΟΣ ΤΑ ΚΑΤΩ ΚΑΙ ΠΑΝΕ ΣΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ ΣΕΙΡΑ """"""""""""""""ΠΡΟ ΚΑΤΑΔΙΚΗΣ"""""""""""""" ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΣΕΛΙΔΑ 1069 ΠΑΛΙ ΣΤΟΝ ΒΑΛΣΑΜΩΝΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΔΙΟ ΚΑΝΟΝΑ. Ι Ε' ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΣΕΛΙΔΑΣ. 1069 ΜΕΤΡΑ ΠΡΟΣ ΤΑ ΚΑΤΩ ΚΑΙ ΠΑΝΕ ΣΤΗΝ ΔΕΚΑΤΗ ΣΕΙΡΑ """"""""""""ΠΡΟ ΚΑΤΑΔΙΚΗΣ ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΣΕΛΙΔΑ 1069 ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΔΙΟ ΚΑΝΟΝΑ. Ι Ε'. ΖΩΝΑΡΑΣ. ΑΠΟ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΑΡΧΙΖΕΙ Ο ΖΩΝΑΡΑΣ ΜΕΤΡΑ ΠΡΟΣ ΤΑ ΚΑΤΩ ΚΑΙ ΠΑΝΕ ΣΤΗΝ ΕΚΤΗ ΣΤΗΝ ΕΒΔΟΜΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΟΓΔΟΗ ΣΕΙΡΑ """"""""""""""""ΠΡΙΝ Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΗ ΣΥΝΟΔΩ""""""""""""""""" """"""""""""ΠΡΟ ΤΟΥ ΕΞΕΤΑΣΘΗΝΑΙ ΤΑΥΤΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΚΡΙΘΗΝΑΙ ΙΣΩΣ ΑΥΤΟΝ""""""""""""""""""""""" ΒΛΕΠΕΤΕ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΟΛΗ Η ΑΓΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΜΙΛΑΕΙ ΓΙΑ Α Π Ο Τ Ε Ι Χ Ι Σ Η Α Π Ο Τ Ε Ι Χ Ι Σ Η Α Π Ο Τ Ε Ι Χ Ι Σ Η ΠΡΟ ΣΥΝΟΔΙΚΗΣ ΚΑΤΑΔΙΚΗΣ ΠΡΟ ΣΥΝΟΔΙΚΗΣ ΔΙΑΓΝΩΣΕΩΣ ΠΡΟ ΣΥΝΟΔΙΚΗΣ ΕΞΕΤΑΣΕΩΣ ΠΡΟ ΣΥΝΟΔΙΚΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ ΠΡΟ ΣΥΝΟΔΙΚΗΣ ΚΑΤΑΚΡΙΣΕΩΣ ΠΡΟ ΣΥΝΟΔΙΚΗΣ ΔΙΑΓΝΩΜΗΣ ΕΙΔΑΤΕ ΠΟΥ ΟΙ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΜΕΝΟΙ ΑΓΙΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΠΑΝΤΑ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΥΓΚΡΟΤΟΥΝ ΣΥΓΚΑΛΟΥΝ ΚΑΙ ΠΡΟΚΑΛΟΥΝ : ΑΓΙΕΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΕΣ ΤΟΠΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΕΣ ΣΥΝΟΔΟΥΣ ΚΑΤΑΔΙΚΗΣ ΚΑΤΑΚΡΙΣΕΩΣ ΚΡΙΣΕΩΣ ΔΙΑΓΝΩΣΕΩΣ ΔΙΑΓΝΩΜΗΣ ΚΑΙ ΕΞΕΤΑΣΕΩΣ ??????????????????????

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΠΕΡΙ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΕΩΣ

Οι Άγιοι περί αποτειχίσεως. Ὁ ἅγιος Θεόδωρος Στουδίτης, ἀκολουθώντας τὸ Μ. Ἀθανάσιο, ἀπαγορεύει τὴν «κοινωνία» ὄχι μόνο μὲ αἱρετικούς, ἀλλὰ καὶ μὲ ἐκείνους ποὺ ἐπικοινωνοῦν μὲ αἱρετικούς. Λέγει: «τοῦ τε Ἁγίου Ἀθανασίου προστάσσοντος μηδεμίαν κοινωνίαν ἔχειν ἡμᾶς πρὸς τοὺς αἱρετικούς, ἀλλὰ μὴν μηδὲ πρὸς τοὺς κοινωνοῦντας μετὰ τῶν ἀσεβῶν» (Ἐπιστολαί, 466, l.17-18). Καὶ ὁ Πατριάρχης Κων/πόλεως, ἅγιος Γερμανὸς ὁ νέος, συμβουλεύει τὴν ἀποχὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μὲ ἐκείνους τοὺς «ὀρθόδοξους» ποὺ κοινωνοῦσαν μὲ τοὺς Λατίνους. Συμβούλευε ἀκόμα τους λαϊκούς, νὰ φεύγουν ὁλοταχῶς ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς, ποὺ ἔδειξαν ὑποταγὴ στοὺς Λατίνους, καὶ μήτε σὲ Ἐκκλησία ποὺ ἐκεῖνοι λειτουργοῦν νὰ πηγαίνουν, μήτε νὰ παίρνουν εὐλογία ἀπὸ τὰ χέρια τους. Καλύτερα νὰ προσεύχεστε μόνοι στὰ σπίτια σας, παρὰ νὰ συγκεντρώνεστε στὴν ἐκκλησία μαζὶ μὲ τοὺς Λατινόφρονες κληρικοὺς καὶ λαϊκούς. Λέγει ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης: "Οι της την κοινωνίαν εαυτούς διαστέλλοντες", οι χωριζόμενοι αυτοί, οχι μόνον δια τον χωρισμόν δεν καταδικάζονται, αλλά ΤΙΜΗΣ της ΠΡΕΠΟΥΣΗΣ, ως ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ, είναι ΑΞΙΟΙ, επειδή όχι σχίσμα επροξένησαν εις την Εκκλησίαν με τον χωρισμόν αυτόν, αλλά μάλλον ηλευθέρωσαν την Εκκλησίαν από το σχίσμα και την αίρεσιν των ψευδεπισκόπων αυτών. Ορα και τον λα΄αποστολικόν. (Ιερόν Πηδάλιον, έκδ.Παπαδημητρίου 1970κ, σελ. 358κ). Τα πρακτικά της Συνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας, είπε: «Εκείνοι μνημονεύονται επ’ εκκλησίαις, όσοι εισίν ομόδοξοι και κοινωνικοί προς την αυτήν Εκκλησίαν. Οι δε ακοινώνητοι, ουδέ μνημονεύονται, ουδέ έχει άδειαν τις των ιερωμένων εύχεσθαι επ’ εκκλησίαις υπέρ ακοινωνήτου». Για να εξακολουθήση όμως κάποιος να είναι Ορθόδοξος, χρειάζεται και κάτι άλλο. Ο επίσκοπός του, με το οποίο έχει «κοινωνία», δεν πρέπει να έχη «κοινωνία» με άλλο επίσκοπο, που δεν είναι Ορθόδοξος! Ο άγιος Θεόδωρος Στουδίτης, ο οποίος διδάσκει να μην έχουμε καμιά «κοινωνία» με τους αιρετικούς, αλλά και με όσους «κοινωνούν» με αιρετικούς. Λέει συγκεκριμένα: «του αγίου Αθανασίου, προστάσσοντος μηδεμίαν κοινωνίαν έχειν ημάς προς τους αιρετικούς, αλλά μηδέ προς τους κοινωνούντας μετά των ασεβών»! --«Οι επίσκοποι δεν επιτρέπεται να πράττουν όπως αυτοί θέλουν (“προς το δοκούν”), αλλά είναι δέσμιοι των εντολών και των Ιερών Κανόνων». Ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος :«Ἐχθρούς γάρ τοῦ Θεοῦ, ὁ Χρυσόστομος, οὐ μόνον τούς αἱρετικούς, ἀλλά καί τούς τοῖς τοιούτοις κοινωνοῦντας μεγάλῃ καί πολλῆ τῆ φωνῆ ἀπεφήνατο». (P.G. 99. 1049 Α). Καί ἀλλοῦ λέγει: «Οἱ μέν τέλεον περί τήν πίστιν ἐναυάγησαν΄ οἱ δέ, εἰ καί τοῖς λογισμοῖς ού κατεποντίσθησαν, ὅμως τῆ κοινωνία τῆς αἱρέσεως συνόλλυνται» (P.G. 99, 1164 Α). Δηλαδή: «Ἄλλοι μέν ἐναυάγησαν περί τήν πίστιν τελείως, ἄλλοι δέ, καίτοι ἐσωτερικῶς δέν ἀσπάσθηκαν τήν κηρυττομένην κακοδοξίαν, συναπωλέσθησαν ὅμως μέ τούς λοιπούς λόγω τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μετ’ αὐτῶν» (P.G. 99, 1164A). Ο δε άγιος Μάρκος Ευγενικός δεν «κοινωνούσε» όχι μόνο με τον αιρετικό Πατριάρχη Μητροφάνη, αλλά ούτε και με όσους «κοινωνούσαν» μαζί με τον Μητροφάνη. Γι’ αυτό διαπλάστηκε στην Ορθοδοξία η αρχή, που είναι απόλυτα ορθή: «ο κοινωνών τω ακοινωνήτω, ακοινώνητος έστω»! --'' Άπαντες οι της Εκκλησίας διδάσκαλοι,πάσαι οι σύνοδοι,πάσαι αι θείαι γραφαί,φεύγειν τους ετερόφρονας παραινούσι και της αυτών κοινωνίας διϊστασθαι'' -Ο άγιος Μάρκος προσθέτει: «φεύγετε ουν και υμείς, αδελφοί, την προς τους ακοινωνήτους κοινωνίαν και το μνημόσυνον των αμνημονεύτων. ΄Ίδε εγώ Μάρκος ο αμαρτωλός λέγω υμίν ότι ο μνημονεύων του πάπα ως ορθοδόξου αρχιερέως ένοχος έστι πάντα τον λατινισμόν εκπληρώσαι μέχρι και αυτής της κουράς των γενείων»[77] «…πολύς εστιν ο του μνημοσύνου λόγος και ουχί μικρός, διότι εκείνοι μνημονεύονται επ’ εκκλησίαις, όσοι εισί Ορθόδοξοι και κοινωνικοί προς την αυτήν εκκλησίαν. Οι δε ακοινώνητοι ούτε μνημονεύονται, ούτε γαρ έχει άδεια τις των ιερωμένων εύχεσθαι επ’ εκκλησίαις πώς ουν μνημονεύσωμεν αυτόν όντα Λατινόφρονα;». -«Φεύγετε αυτούς, αδελφοί, και την προς αυτούς κοινωνίαν. Οι γαρ τοιούτοι ψευδαπόστολοι, εργάται δόλιοι, μετασχηματιζόμενοι εις αποστόλους Χριστού. Και ου θαυμαστόν. Αυτός γαρ ο σατανάς μετασχηματίζεται εις άγγελον φωτός. Ου γαρ ουν, ει και οι διάκονοι αυτού μετασχηματίζονται ως διάκονοι δικαιοσύνης, ων το τέλος έσται κατά τα έργα αυτών… Στήσετε, κρατούντες τας παραδόσεις, ας παρελάβατε, τας τε εγγράφους και αγράφους, ίνα μη τω των αθέσμων πλάνη συναπεχθέντες εκπέσητε του ιδίου στηριγμού»[74] Ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος διδάσκει: «Ευχαίς και δάκρυσι τον Θεόν καθικέτευσον πέμψαι σοι οδηγόν απαθή τε και άγιον». Και συνεχίζει: Ερεύνα τις Θείες Γραφές, και μάλιστα τις των Αγίων Πατέρων. Μ’ αυτές να συγκρίνεις τα όσα διδάσκει και πράττει ο πνευματικός οδηγός σου. Και όσα μεν είναι σύμφωνα με τις Γραφές να τα δέχεσαι, όσα δε είναι αντίθετα, να τα απορρίπτης, για να μη πλανηθής. Γιατί υπάρχουν πολλοί πλάνοι και ψευτοδιδάσκαλοι! Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, όταν πιέζονταν να «κοινωνήση» με τον Μονοθελήτη Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, υπό την προϋπόθεση να υπογράψη Ορθόδοξη Ομολογία Πίστεως, απάντησε ότι ούτε τότε θα «κοινωνούσε» μαζί του, γιατί αυτός στα δίπτυχα μνημονεύει τους αιρετικούς προκατόχους του Πατριάρχες. Γι’ αυτό, ο άγιος Μάξιμος είπε: «επειδή εκείνοις κοινωνείτε, ει και Ορθόδοξοι γένησθε, ου κοινωνώ υμίν, επειδή κοινωνείτε τοις ακοινωνήτοις». Ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος λέει: «Πας ο λέγων παρά τα διατεταγμένα, καν αξιόπιστος ή, καν νηστεύη, καν θαύματα ποιή, καν προφητεύη, λύκος φαινέσθω εν προβάτου δορά, προβάτων φθοράν κατεργαζόμενος»! Ο δε άγιος Αναστάσιος ο Σιναϊτης, τονίζει: «Έχουμε διδαχθεί να μη δίνουμε σημασία στα θαύματα, όταν αυτός που τα ενεργεί διδάσκει αντίθετα προς την ευσέβεια»! Ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός λέει ότι «αιρετικός έστι ο και μικρόν τι παρεκκλίνων της ορθής Πίστεως». Ιερού Γενναδίου Σχολαρίου (Πρώτος πατριάρχης μετά την άλωση). .... Η γνώμη μου είναι η εξής: Ό­ποιος θα μνημονεύση τον Πάπα ή θα έχη κοινωνία με αυτούς που τον μνημονεύουν ή θα συμβουλεύση ή θα παραινέση κάποιον να μνημονεύση, θα τον θεωρήσω όπως ακριβώς και η αγία και μεγάλη σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως, η οποία εξήτασε το λατινικό δόγμα και κατεδίκασε όσους το πίστεψαν, τον Βέκκο δηλαδή και τους ομόφρονάς του. Έπειτα δεν θεωρώ μικρό πράγμα το μνημόσυνο του Πάπα ή οποιουδήποτε επισκόπου. Άλλωστε η πνευματική κοινωνία των ομοδόξων και η τελεία υπο­ταγή προς τους γνησίους ποιμένας εκφράζεται με το μνημόσυνο. Οι σύνοδοι και οι άλλοι Πατέρες ορίζουν ότι: αυτών που αποστρεφόμεθα το φρόνημα πρέπει να αποφεύγωμε και την κοινωνία. και όλα τα σχετικά που γνωρίζετε ότι ορίζουν. Πάνω απ' όλα όμως ο Κύ­ριός μας λέγει: «Αλλοτρίω δε ου μη ακολουθήσωσιν, αλλά φεύξονται απ' αυτού, ότι ουκ οίδασι των αλλο­τρίων την φωνήν» (Ιω. ι', 5). Μη γένοιτο να κάνω αιρετική την εκκλησία μου, την αγία μητέρα των Ορθοδόξων, δεχόμενος το μνη­μόσυνο του Πάπα, εφ' όσον ο Πάπας ομολογεί και πι­στεύει εκείνα, για τα οποία δεν τον δέχεται η Εκκλη­σία μας. Όποιος, λοιπόν, ομολογήσει ότι εκείνος (ο Πάπας) ορθοτομεί τώρα τον λόγο της αληθείας, ομο­λογεί ότι οι δικοί μας πρόγονοι είναι αιρετικοί. Η γνώμη μου λοιπόν ήταν και θα είναι αυτή. Και θα είμαι οπωσδήποτε πάντοτε ακοινώνητος προς τον Πάπα και όσους έχουν κοινωνία μ' αυτόν, όπως οι Πα­τέρες μας. Διότι πρέπει να μιμούμεθα την ευσέβειά τους, αφού δεν έχομε την αγιωσύνη και την σοφία τους. --«Τους επισκόπους υμών επιτηρείτε ίνα ώσιν Ορθόδοξοι και μη διδάσκουσι δόγματα εναντίον της Ορθοδόξου Πίστεως, μηδέ τοις αιρετικοίς, ή τοις απεσχισμένοις συλλειτουργώσι». Αγιος Θεοδωρος ο Στουδίτης: Το μνημόσυνο του αιρετικού επισκόπου είναι μόλυνση της Πίστεως. Αλλοι έγιναν αιρετικοί και χάθηκαν,άλλοι παρέμειναν ορθόδοξοι αλλά χάθηκαν γιατί είχαν εκκλησιαστική επικοινωνία με αιρετικούς... Αγιος Μάξιμος ο Ομολογητής: ΠΑΣΑ ΑΠΟΔΟΧΗ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ ΙΣΟΔΥΝΑΜΕΙ ΜΕ ΑΡΝΗΣΗ ΠΙΣΤΕΩΣ.Η ΨΕΥΤΙΚΗ ΑΓΑΠΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΟ ΑΙΡΕΤΙΚΟ ΕΙΝΑΙ ΜΙΣΑΝΘΡΩΠΙΑ ΑΦΟΥ ΤΟΝ ΑΦΗΝΕΙ ΝΑ ΠΙΣΤΕΥΕΙ ΒΛΑΣΦΗΜΑ ΚΙΝΔΥΝΕΥΟΝΤΑΣ ΝΑ ΧΑΘΕΙ... Αγιος Βασίλειος ο Μέγας: Ούτε μία ώρα σε συγκέντρωση αιρετικών O Αγιος Εφραίμ ο Σύρος: ΑΛΛΟΙΜΟΝΟ Σ'ΕΚΕΙΝΟΥΣ ΠΟΥ ΜΟΛΥΝΟΥΝ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΠΙΣΤΗ Η ΣΥΜΒΙΒΑΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ... Αγιος Γερμανός Β΄ Κωνσταντινουπόλεως (1222-1240): "Εξορκίζω όλους τους λαϊκούς, όσοι είστε γνήσια τέκνα της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, να φεύγετε ολοταχώς από τους ιερείς που υπέπεσαν στην υποταγή στους Λατίνους, και μήτε σε εκκλησία να συγκεντρώνεστε μαζί τους, μήτε να παίρνετε οποιαδήποτε ευλογία από τα χέρια τους. Είναι καλύτερα να προσεύχεσθε στο Θεό στα σπίτια σας μόνοι, παρά να συγκεντρώνεσθε στην εκκλησία μαζί με τους Λατινόφρονες. Ει’ δ’ άλλως, θα υποστήτε την ίδια κόλασι μ’ αυτούς". Ἁγίου Μάρκου Εὐγενικοῦ: «Ἅπαντες οἱ τῆς Ἐκκλησίας Διδάσκαλοι, πᾶσαι αἱ Σύνοδοι, καὶ πᾶσαι αἱ θεῖαι Γραφαί, φεύγειν τοὺς ἑτερόφρονας παραινοῦσι καὶ τῆς αὐτῶν κοινωνίας διΐστασθαι». O Oικουμενικός Πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος γράφει: «τους επισκόπους υμών επιτηρείτε ίνα ώσιν Ορθόδοξοι, και μη διδάσκουσι δόγματα εναντίον της Ορθοδόξου Πίστεως, μηδέ τοις αιρετικοίς, ή τοις απεσχισμένοις συλλειτουργώσι»; Ο Απ. Παύλος λέγει: «Παραγγέλομεν δε υμίν, αδελφοί, εν ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στέλλεσθαι υμάς (=να κόπτετε κάθε πνευματικήν επικοινωνίαν εκκλησιαστικώς) από παντός αδελφού ατάκτως περιπατούντος και μη κατά την παράδοσιν ην παρέλαβον παρ’ ημών» (Β’ Θεσ. γ΄ 6). Ο Απόστολος Παύλος μας λέγει: «ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἡμεῖς ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ' ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω». Ο Μ. Αθανάσιος πάλι, χαρακτηρίζει επικίνδυνη και απατηλή την συμπεριφορά κάποιων Ορθοδόξων, οι οποίοι διαβεβαίωναν ότι δεν αποδέχονται τις αιρετικές θέσεις του Αρείου (τις ίδιες διαβεβαιώσεις δίνουν σήμερα κάποιοι ορθόδοξοι, που ακολουθούν τις αιρετικές θέσεις του κ. Βαρθολομαίου και των Οικουμενιστών) και υποστήριζαν πως οι ίδιοι έχουν ορθόδοξο φρόνημα, αλλ’ όμως, επικοινωνούσαν εκκλησιαστικά και συμπροσεύχονταν με τους αρειανόφρονες· συμβουλεύει, λοιπόν, απομάκρυνση απ’ αυτούς, γιατί όσοι βλέπουν εσάς τους Ορθοδόξους να συγκεντρώνεστε με τους αρειανόφρονες και να επικοινωνείτε άνετα μαζί τους, θα αποκομίσουν την εντύπωση ότι τούτο είναι ακίνδυνο και θα κάνουν κι αυτοί το ίδιο, και έτσι, θα περιπέσουν στο βόρβορο της αιρετικής ασεβείας: «τινές δε εισιν οι διαβεβαιούντες μεν τα Αρείου μη φρονείν, συγκαταβαίνοντες δε, και μετ' αυτών ευχόμενοι επί το αυτό... Όταν γαρ τινες υμάς τους εν Χριστώ πιστούς θεωρήσαντες μετ' αυτών συνερχομένους και κοινωνούντας, πάντως υπονοήσαντες αδιάφορον είναι το τοιούτον, εις τον της ασεβείας εμπεσούνται βόρβορον». Για να μη συμβεί αυτό, να αποφεύγετε την εκκλησιαστική επικοινωνία με όσους νομίζουν ότι δεν έχουν αποδεχτεί την αρειανική διδασκαλία, αλλ’ όμως επικοινωνούν μετά των αιρετικών. Και κατ’ εξοχήν εμείς που ορθοφρονούμε, πρέπει να αποφεύγουμε την εκκλησιαστική κοινωνία, με εκείνους, των οποίων το φρόνημα ως κακόδοξο απορρίπτουμε. «Ίν' ουν μη τούτο γένηται, θελήσατε …τους μεν φανερώς φρονούντας τα της ασεβείας αποστρέφεσθαι, τους δε νομίζοντας τα Αρείου μη φρονείν, κοινωνούντας δε μετά των ασεβών φυλάττεσθαι· και μάλιστα ων το φρόνημα αποστρεφόμεθα, τούτους από της κοινωνίας προσήκει φεύγειν… Ει δε τις προσποιείται μεν ομολογείν ορθήν πίστιν, φαίνεται δε κοινωνών εκείνοις, τον τοιούτον προτρέψασθε απέχεσθαι της τοιαύτης συνηθείας· και εάν μεν επαγγέλληται, έχετε τον τοιούτον ως αδελφόν· εάν δε φιλονείκως επιμένη, τον τοιούτον παραιτείσθε. Ούτω γαρ διατελούντες καθαράν την πίστιν διατηρήσετε· κακείνοι βλέποντες υμάς ωφεληθήσονται, φοβηθέντες μη άρα ως ασεβείς και τα εκείνων φρονούντες νομισθώσιν» ( Μ. Αθανασίου, επιστολή, Τοις τον μονήρη βίον ασκούσι, ΡG 26, 1185-1188). Ο I. Χρυσόστομος, ως μόνη ελπίδα να διορθωθούν τα κακά στην Εκκλησία, θεωρεί, την εμμονή στη διακοπή της κοινωνίας με τους παρανομούντας Επισκόπους, που είχαν πάρει στα χέρια τους την εκκλησιαστική εξουσία . Λάβετε δε υπόψιν το εξής σημαντικό: Εδώ ο ιερός Χρυσόστομος, προτρέπει σε διακοπή κοινωνίας, όχι γιατί υπάρχει κάποια αίρεση, αλλά ελαφρότερα θέματα δικαιοσύνης, διοικητικά και εκκλησιολογικά. Ο αγ. Ειρηναίος: «Οι Απόστολοι και οι μαθηταί αυτών έσχον (=είχαν) τόσον μεγάλην “ευλάβειαν”, ώστε απέφευγαν και να συνομιλούν ακόμη με εκείνους που ενόθευαν την αλήθειαν της πίστεως» (Άγιος Ειρηναίος, Έλεγχος και ανατροπή ψευδωνύμου γνώσεως, Γ 3, 4, ΒΕΠΕΣ 5, 144 (15-22). Ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος: «Τι ποιείς άνθρωπε; Παρεβάθη ο νόμος, κατεφρονήθη σωφροσύνη, πλημμελήματα τοσαύτα ετολμήθη παρά τινος των ιερωμένων, τα άνω κάτω γέγονε και ου φρίττεις;… ουκ αλγείς; ουκ επιτιμά…, αλλά κοινωνείς;» (Ρ.G. 55, 252). *Σε κανέναν δεν επιτρέπεται να παρουσιάζει άλλη πίστη από την πίστη που όρισαν οι Άγιοι Πατερές...." (Αγ. Μάρκος ο Ευγενικός.) * Άπαντες οι της Εκκλησίας διδάσκαλοι , πάσαι Σύνοδοι, πάσαι Θείαι Γραφαί, φεύγειν τους ετερόφρονας παραινούσι και της αυτόν κοινωνίας διιστασθαί (Αγ. Μάρκος ο Ευγενικός.) *Την Εκκλησία του Χριστού δεν αποτελούν οι πολλοί , αλλά εκείνοι που φυλάσσουν την ορθή και σωτήρια της Πίστεως Ομολογίαν, έστω και αν είναι όλιγοι ." (Αγ. Θεόδωρος Σουδίτης.) *Φεύγετε τας αιρέσεις διότι είναι εφευρέσεις του διαβόλου." (Αγ Ιγνάτιος ο Θεοφόρος.) *Ημείς τους προστιθεντας η αφαιρούντας τις εκ της Καθολικής Εκκλησίας (Ορθοδόξου) -αναθεματίζουμε. Εις τις πάσαν παράδοσην Εκκλησιαστικήν έγγραφον η άγραφον αθετεί -ανάθεμα." (Ζ. Οικουμενική Σύνοδος, πρακτικά Σπ.Μήλια σ. 805, 825, 878, 879. ) *Πρέπει να δείχνουμε για την Αλήθεια θάρρος, ακόμη και αν σκανδαλίζονται μερικοί." (Μ. Βασίλειος.) *Μην υπακούετε εις μοναχούς , ούτε εις ιερείς, ούτε εις επισκόπους σε όσα κακώς σας συβουλευούν να φρονήτε (να πιστεύετε)." (Αγ. Μελέτιος ο Ομολογητής) (1) Μέγας Βασίλειος: «Οίτινες τήν υγια ορθόδοξον πίστιν προσποιούμενοι ομολογειν, κοινωνουσι δέ τοις ετερόφροσι, τούς τοιούτους, ει μετά παραγγελίαν μή αποστωσιν, μή μόνον ακοινωνήτους έχειν, αλλά μηδέ αδελφούς ονομάζειν».(37) (2) 'Άγιος Κύριλλος 'Αλεξανδρείας πρός τόν λαόν της Κων/λεως: «'Ασπίλους καί αμώμους εαυτούς τηρήσατε, μήτε κοινωνουντες τω μνημονευθέντι [Νεστορίω], μήτε μήν ως διδασκάλω προσέχοντες . . . Τοις δέ γε των κληρικων, είτε λαϊκων διά τήν ορθήν πίστιν κεχωρισμένοις ή καθαιρεθεισι παρ' αυτου, κοινωνουμεν ημεις, ου τήν εκείνου κυρουντες άδικον ψηφον, επαινουντες δέ μαλλον τούς πεπονθότας (=παθόντας)».(38) (3) 'Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης: «'Εχθρούς γάρ του Θεου ο Χρυσόστομος, ου μόνον τούς αιρετικούς, αλλά καί τούς τοις τοιούτοις κοινωνουντας μεγάλη καί πολλη τη φωνη απεφήνατο».(39) (4) Του ιδίου: «Οι μέν τέλεον περί τήν πίστιν εναυάγησαν· οι δέ, ει καί τοις λογισμοις ου κατεποντίσθησαν, όμως τη κοινωνία της αιρέσεως συνόλλυνται». 'Αγιορειται Πατέρες πρός αυτοκράτορα Μιχαήλ Παλαιολόγον: «Καί πως ταυτα ανέξεται ορθοδόξου ψυχή καί ουκ αποστήσεται της κοινωνίας των μνημονευσάντων αυτίκα . . . ότι μολυσμόν έχει η κοινωνία, εκ μόνου του αναφέρειν αυτόν, κάν ορθόδοξος είη ο αναφέρων». Mέγας βασίλειος:''Οίτινες της υγιή Ορθόδοξον πίστιν προσποιούντες ομολογείν,κοινωνούσι δε ταις ετερόφροσι,τους τοι ούτους,ει μετά παραγγελίαν μη αποστώσι,μη μόνον ακοινωνήτους έχειν,αλλά μηδέ αδελφούς ονομάζειν'' «Ἀκόμα καί πολύ λίγοι νά παραμείνουν ἑνωμένοι στήν ἀλήθεια καί τήν Ὀρθοδοξία, αὐτοί ἀποτελοῦν τήν Ἐκκλησία καί τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ» (Ἄγ. Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου). «Ἐκεῖνοι πού ἀνήκουν στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, εἶναι αὐτοί πού βρίσκονται στήν ἀλήθεια. Ἐκεῖνοι πού δέν βρίσκονται στήν ἀλήθεια, δέν ἀνήκουν στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ» (Ἄγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ). «Ὅσοι προσποιοῦνται ὅτι ὁμολογοῦν τήν ὑγιά Ὀρθόδοξο πίστη, ἀλλά ἔχουν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τούς ἑτεροδόξους, ἄν ὕστερα ἀπό νουθεσία δέν ἀπομακρυνθοῦν, μ’ αὐτούς τότε, ὄχι μόνο νά μήν ἔχετε ἐκκλησιαστική κοινωνία, ἀλλά οὔτε ἀδελφούς νά τούς ὀνομάζετε» (Μέγ. Βασιλείου). «Καλό εἶναι νά εἰρηνεύουμε μέ τούς πάντες, ἀλλά ταυτόχρονα νά συμφωνοῦμε σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τήν ὀρθή πίστη. Νά ἀποφεύγετε, ὡσάν νά ἀποφεύγετε φίδια, τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ αὐτούς ποῦ εἶναι ἀκοινωνητοί καί τό μνημόσυνο αὐτῶν πού δέν πρέπει νά μνημονεύονται. Διότι αὐτοί εἶναι ψευδαπόστολοι, ἐργάτες δόλιοι πού μετασχησματίζονται σέ ἀποστόλους τοῦ Χριστοῦ» (Ἄγ. Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ). «Νά μήν ἀποδέχεστε κανένα αἱρετικό δόγμα μέ πρόσχημα τήν ἀγάπη» (Ἄγ. Ἰω. Χρυσοστόμου). «Ἐάν ὅμως ὁ λόγος καί ἡ ὑπόθεσις εἶναι περί πίστεως καί τῶν παραδόσεων τῆς Ἐκκλησίας μας, τότε καί ὁ πλέον εἰρηνικός καί ἠσύχιος πρέπει νά πολεμεῖ ὑπέρ αὐτῶν» (Ἄγ. Νικοδήμου). Δεν πρέπει, συνεχίζει ο Μ. Αθανάσιος, να έχετε επικοινωνία και συμπροσευχές με τους αιρετικούς, γιατί όσοι βλέπουν εσάς τους ορθοδόξους να συγκεντρώνεστε με τους αρειανόφρονες και να επικοινωνείτε άνετα μαζί τους, θα αποκομίσουν την εντύπωση ότι τούτο είναι ακίνδυνο και θα κάνουν κι αυτοί το ίδιο, και έτσι, θα περιπέσουν στο βόρβορο της αιρετικής ασεβείας: «τινές δε εισιν οι διαβεβαιούντες μεν τα Αρείου μη φρονείν, συγκαταβαίνοντες δε, και μετ' αυτών ευχόμενοι επί το αυτό... Όταν γαρ τινες υμάς τους εν Χριστώ πιστούς θεωρήσαντες μετ' αυτών συνερχομένους και κοινωνούντας, πάντως υπονοήσαντες αδιάφορον είναι το τοιούτον, εις τον της ασεβείας εμπεσούνται βόρβορον». Και παρακάτω γράφει: Για να μη συμβεί αυτό, να αποφεύγετε την εκκλησιαστική επικοινωνία με όσους φανερά συμμερίζονται και πιστεύουν τα ασεβή δόγματα του Αρείου, εκείνους δε που νομίζουν ότι δεν έχουν αποδεχτεί την αρειανικὴ διδασκαλία, αλλ’ όμως επικοινωνούν μετά των αιρετικών αρειανών, απ’ αυτούς αρχικά να φυλάγεσθε. Και κατ’ εξοχήν εμείς που ορθοφρονούμε, πρέπει να αποφεύγουμε την εκκλησιαστική κοινωνία, με εκείνους, των οποίων το φρόνημα ως κακόδοξο απορρίπτουμε. «Ιν' ουν μη τούτο γένηται, θελήσατε …τους μεν φανερώς φρονούντας τα της ασεβείας αποστρέφεσθαι, τους δε νομίζοντας τα Αρείου μη φρονείν, κοινωνούντας δε μετά των ασεβών φυλάττεσθαι· και μάλιστα ων το φρόνημα αποστρεφόμεθα, τούτους από της κοινωνίας προσήκει φεύγειν». Και εν συνεχεία: Εάν λοιπόν, κάποιος, από την μια μεριά προσποιείται ότι αποδέχεται και ομολογεί την ορθή πίστη, από την άλλη, όμως, επικοινωνεί φανερά με τους αρειανούς, αυτόν να τον προτρέψετε να σταματήσει αυτήν την διπλοπρόσωπη συνήθεια. Και εάν μεν ακούσει την προτροπή σας και το υποσχεθεί, να τον έχετε σαν αδελφό∙ εάν όμως, επιμένει σ’ αυτή την ασεβή συμπεριφορά του, και με εριστικότητα επιχειρηματολογεί υπέρ των θέσεών του, αφήστε τον και απομακρυνθείτε απ’ αυτόν. Κατ’ αυτόν τον τρόπον συμπεριφερόμενοι, εσείς μεν θα διατηρήσετε καθαρή την πίστη, και εκείνοι, βλέποντας την στάση σας θα ωφεληθούν, γιατί θα φοβηθούν μήπως θεωρηθούν ως ασεβείς και ως έχοντες τα αυτά φρονήματα με τους αιρετικούς: «Ει δε τις προσποιείται μεν ομολογείν ορθήν πίστιν, φαίνεται δε κοινωνών εκείνοις, τον τοιούτον προτρέψασθε απέχεσθαι της τοιαύτης συνηθείας∙ και εάν μεν επαγγέλληται, έχετε τον τοιούτον ως αδελφόν∙ εάν δε φιλονείκως επιμένη, τον τοιούτον παραιτείσθε. Ούτω γαρ διατελούντες καθαράν την πίστιν διατηρήσετε∙ κακείνοι βλέποντες υμάς ωφεληθήσονται, φοβηθέντες μη άρα ως ασεβείς και τα εκείνων φρονούντες νομισθώσιν».

7 Μαρτίου 2021

ΑΓΙΟΣ ΤΡΙΑΔΙΚΟΣ ΘΕΟΣ. ΘΕΟΤΟΚΟΣ. ΕΝΩΣΗ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ. ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ. ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ ΑΠΟ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΤΑΞΕΙΣ Γ.Ο.Χ. ΑΓΙΕΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΠΙΚΕΣ ΣΥΝΟΔΟΙ. ΘΕΟΦΟΡΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ. ΠΑΛΑΙΟ ΚΑΙ ΝΕΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ. ΑΚΥΡΑ ΚΑΙ ΕΓΚΥΡΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΑΞΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.

ΑΓΙΟΣ ΤΡΙΑΔΙΚΟΣ ΘΕΟΣ. ΘΕΟΤΟΚΟΣ. ΕΝΩΣΗ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ. ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ. ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ ΑΠΟ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΤΑΞΕΙΣ Γ.Ο.Χ. ΑΓΙΕΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΠΙΚΕΣ ΣΥΝΟΔΟΙ. ΘΕΟΦΟΡΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ. ΠΑΛΑΙΟ ΚΑΙ ΝΕΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ. ΑΚΥΡΑ ΚΑΙ ΕΓΚΥΡΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΑΞΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.
https://m.facebook.com/story.php?story_fbid=2932508796977912&id=100006564617179

6 Μαρτίου 2021

ΤΩ ΣΑΒΒΑΤΩ ΠΡΟ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ ΤΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΕΣΠΕΡΑΣ

ΤΩ ΣΑΒΒΑΤΩ ΠΡΟ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ ΤΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΕΣΠΕΡΑΣ Στιχηρὰ Ἦχος πλ. δ' Ὁ ἐν Ἐδὲμ Παράδεισος ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ Τῶν ἀπ' αἰῶνος σήμερον νεκρῶν, ἁπάντων κατ' ὄνομα, μετὰ πίστεως ζησάντων εὐσεβῶς, μνήμην τελοῦντες οἱ πιστοί, τὸν Σωτῆρα καὶ Κύριον, ἀνυμνήσωμεν, αἰτοῦντες ἐκτενῶς, τούτους ἐν ὥρᾳ τῆς κρίσεως, ἀπολογίαν ἀγαθήν, δοῦναι αὐτῷ τῷ Θεῷ ἡμῶν, τῷ πᾶσαν κρίνοντι τὴν γῆν, τῆς δεξιᾶς αὐτοῦ παραστάσεως τυχόντας ἐν χαρᾷ, ἐν μερίδι Δικαίων, καὶ ἐν Ἁγίων κλήρῳ φωτεινῷ, καὶ ἀξίους γενέσθαι, τῆς οὐρανίου βασιλείας αὐτοῦ. Ὁ τῷ οἰκείῳ αἵματι Σωτήρ, βροτοὺς ἐκπριάμενος, καὶ θανάτῳ σου, θανάτου τοῦ πικροῦ, ἐκλυτρωσάμενος ἡμᾶς, καὶ ζωὴν τὴν αἰώνιον, παρασχὼν τῇ ἀναστάσει σου ἡμῖν, πάντας ἀνάπαυσον Κύριε, τοὺς κοιμηθέντας εὐσεβῶς, ἢ ἐν ἐρήμοις, ἢ πόλεσιν, ἢ ἐν θαλάσσῃ, ἢ ἐν γῇ, ἢ ἐν παντὶ τόπῳ, βασιλεῖς τε, ἱερεῖς, ἀρχιερεῖς, μοναστὰς καὶ μιγάδας, ἐν ἡλικίᾳ πάσῃ παγγενεῖ, καὶ ἀξίωσον αὐτούς, τῆς οὐρανίου βασιλείας σου. Τῇ ἐκ νεκρῶν ἐγέρσει σου Χριστέ, οὐκέτι ὁ θάνατος, κυριεύει τῶν θανόντων εὐσεβῶς· διὸ αἰτοῦμεν ἐκτενῶς, τοὺς σοὺς δούλους ἀνάπαυσον, ἐν αὐλαῖς σου, καὶ ἐν κόλποις Ἀβραάμ, τοὺς ἐξ, Ἀδὰμ μέχρι σήμερον, λατρεύσαντάς σοι καθαρῶς, πατέρας καὶ ἀδελφοὺς ἡμῶν, φίλους ὁμοῦ καὶ συγγενεῖς, ἅπαντα ἄνθρωπον, τὰ τοῦ βίου λειτουργήσαντα πιστῶς, καὶ πρὸς σὲ μεταστάντα, πολυειδῶς, καὶ πολυτρόπως ὁ Θεός, καὶ ἀξίωσον τούτους, τῆς οὐρανίου βασιλείας σου. Δόξα... Ἦχος πλ. δ' Θρηνῶ καὶ ὀδύρομαι, ὅταν ἐννοήσω τὸν θάνατον, καὶ ἴδω ἐν τοῖς τάφοις κειμένην τὴν κατ' εἰκόνα Θεοῦ, πλασθεῖσαν ἡμῖν ὡραιότητα, ἄμορφον, ἄδοξον, μὴ ἔχουσαν εἶδος. Ὢ τοῦ θαύματος! τί τὸ περὶ ἡμᾶς, τοῦτο γέγονε μυστήριον; Πῶς παρεδόθημεν τῇ φθορᾷ; πῶς συνεζεύχθημεν τῷ θανάτῳ; Ὄντως Θεοῦ προστάξει, ὡς γέγραπται, τοῦ παρέχοντος τοῖς μεταστᾶσι τὴν ἀνάπαυσιν. Καὶ νῦν... Θεοτοκίον τὸ τοῦ Ἤχου Ἦχον πλ. δ' Ἀλληλούϊα γ' Στίχ. Μακάριοι οὓς ἐξελέξω, καὶ προσελάβου, Κύριε. Ἀλληλούϊα γ' Στίχ. Καὶ τὸ μνημόσυνον αὐτῶν εἰς γενεὰν καὶ γενεάν. Ἀλληλούϊα γ' Τὰ Ἀπόστιχα Τὰ δ' Μαρτυρικὰ τὰ τοῦ Ἤχου, καὶ τὰ β' Νεκρώσιμα, Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ Δόξα... Ἦχος πλ. β' Ἀρχή μοι καὶ ὑπόστασις, τὸ πλαστουργόν σου γέγονε πρόσταγμα· βουληθεὶς γὰρ ἐξ ἀοράτου τε καὶ ὁρατῆς με ζῷον συμπῆξαι φύσεως, γῆθέν μου τὸ σῶμα διέπλασας, δέδωκας δέ μοι ψυχήν, τῇ θείᾳ σου καὶ ζωοποιῷ ἐμπνεύσει· διὸ Σωτὴρ τοὺς δούλους σου, ἐν χώρᾳ ζώντων, ἐν σκηναῖς Δικαίων ἀνάπαυσον. Καὶ νῦν... Θεοτοκίον Πρεσβείαις τῆς Τεκούσης σε, Χριστὲ καὶ τῶν Μαρτύρων σου, Ἀποστόλων, Προφητῶν, Ἱεραρχῶν, Ὁσίων, καὶ Δικαίων, καὶ πάντων τῶν Ἁγίων, τοὺς κοιμηθέντας δούλους σου ἀνάπαυσον. Ἀπολυτίκιον Ἦχος πλ. δ' Ὁ βάθει σοφίας φιλανθρώπως πάντα οἰκονομῶν, καὶ τὸ συμφέρον πᾶσιν ἀπονέμων μόνε Δημιουργέ, ἀνάπαυσον Κύριε τὰς ψυχὰς τῶν δούλων σου· ἐν σοὶ γὰρ τὴν ἐλπίδα ἀνέθεντο, τῷ ποιητῇ καὶ πλάστῃ καὶ Θεῷ ἡμῶν. Δόξα... Ἐν σοὶ γὰρ τὴν ἐλπίδα ἀνέθεντο, τῷ ποιητῇ καὶ πλάστῃ καὶ Θεῷ ἡμῶν. Καὶ νῦν... Θεοτοκίον Σὲ καὶ τεῖχος, καὶ λιμένα ἔχομεν, καὶ πρέσβιν εὐπρόσδεκτον, πρὸς ὃν ἔτεκες Θεόν, Θεοτόκε ἀνύμφευτε, τῶν πιστῶν ἡ σωτηρία. Τῼ ΣΑΒΒΑΤῼ ΠΡΩΪ ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΡΘΡΟΝ Ἤχον πλ. δ' Ἀλληλούϊα γ' Στίχ. Μακάριοι οὓς ἐξελέξω, καὶ προσελάβου, Κύριε. Ἀλληλούϊα γ' Στίχ. Αἱ ψυχαὶ αὐτῶν ἐν ἀγαθοῖς αὐλισθήσονται. Ἀλληλούϊα γ' Ἀπολυτίκιον Ἦχος πλ. δ' Ὁ βάθει σοφίας φιλανθρώπως πάντα οἰκονομῶν, καὶ τὸ συμφέρον πᾶσιν ἀπονέμων μόνε Δημιουργέ, ἀνάπαυσον Κύριε τὰς ψυχὰς τῶν δούλων σου· ἐν σοὶ γὰρ τὴν ἐλπίδα ἀνέθεντο, τῷ ποιητῇ καὶ πλάστῃ καὶ Θεῷ ἡμῶν. Δόξα... Ἐν σοὶ γὰρ τὴν ἐλπίδα ἀνέθεντο, τῷ ποιητῇ καὶ πλάστῃ καὶ Θεῷ ἡμῶν. Καὶ νῦν... Θεοτοκίον Σὲ καὶ τεῖχος, καὶ λιμένα ἔχομεν, καὶ πρέσβιν εὐπρόσδεκτον, πρὸς ὃν ἔτεκες Θεόν, Θεοτόκε ἀνύμφευτε, τῶν πιστῶν ἡ σωτηρία. Κάθισμα Ἦχος πλ. α' Ἀνάπαυσον Σωτὴρ ἡμῶν, μετὰ Δικαίων τοὺς δούλους σου, καὶ τούτους κατασκήνωσον ἐν ταῖς αὐλαῖς σου, καθὼς γέγραπται, παρορῶν ὡς ἀγαθός, τὰ πλημμελήματα αὐτῶν, τὰ ἑκούσια, καὶ τὰ ἀκούσια, καὶ πάντα τὰ ἐν ἀγνοίᾳ καὶ γνώσει φιλάνθρωπε. Θεοτοκίον Ὁ ἐκ Παρθένου ἀνατείλας τῷ κόσμῳ, Χριστὲ ὁ Θεός, υἱοὺς φωτὸς δι' αὐτῆς ἀναδείξας, ἐλέησον ἡμᾶς. Τοῦ ἀναξίου Θεοδώρου ᾨδὴ α' Ἦχος πλ. δ' Ὁ Εἱρμὸς ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ «ᾎσμα ἀναπέμψωμεν λαοί, τῷ θαυμαστῷ Θεῷ τῷ ἡμῶν, ἀπαλλάξαντι τὸν Ἰσραὴλ ἐκ δουλείας, ᾠδὴν ἐπινίκιον ᾄδοντες καὶ βοῶντες· ᾌσωμέν σοι, τῷ μόνῳ Δεσπότῃ». Πάντες δυσωπήσωμεν Χριστόν, τελοῦντες μνήμην σήμερον, τῶν ἀπ' αἰῶνος νεκρῶν, ἵνα τοῦ αἰωνίου πυρὸς αὐτοὺς ῥύσηται, πίστει κεκοιμημένους, καὶ ἐλπίδι ζωῆς αἰωνίου. Βάθει τῶν κριμάτων σου Χριστέ, πανσόφως σὺ προώρισας, ἑκάστου τέλος ζωῆς, τὸν ὅρον καὶ τὸν τρόπον· διὸ οὓς ἐκάλυψε τάφος, ἐν πάσῃ χώρᾳ, ἐν τῇ κρίσει, σῶσον Πανοικτίρμον. Ὅρους τῆς ζωῆς ἡμῶν ὁ δούς, διὸ τοὺς ἀφυπνώσαντας ἐκ τῆς τοῦ βίου νυκτός, ἡμέρας ἀνεσπέρου, υἱοὺς δεῖξον, Κύριε, Ἱερεῖς ὀρθοδόξους, Βασιλεῖς τε, καὶ πάντα λαόν σου. Οὕς περ κατεκάλυψεν ὑγρά, καὶ πόλεμος ἐθέρισε, σεισμὸς δὲ οὓς συνέσχε, καὶ ἔκτειναν φονῶντες, καὶ πῦρ οὓς ἐτέφρωσε, τῶν πιστῶν Ἐλεῆμον, ἐν μερίδι, τάξον τῶν Δικαίων. Πάντα παρορῶν τὰ τῆς σαρκός, ὀφλήματα Σωτὴρ ἡμῶν ἐν πάσῃ ἡλικίᾳ, παντὸς γένους ἀνθρώπων, πρὸ τοῦ κριτηρίου σου, στῆσον ἀκατακρίτους, σοὶ τῷ Κτίστῃ, ἀπολογουμένους. Δόξα... Τρία μιᾶς φύσεως ὑμνῶ, πρόσωπα αὐθυπόστατα, ἀγέννητον Πατέρα, Υἱὸν τὸν γεννηθέντα, καὶ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, ἄναρχον βασιλείαν, ἐξουσίαν, Θεότητα μίαν. Καὶ νῦν... Θεοτοκίον Ὄντως σὺ ἐφάνης οὐρανός, ἐπὶ τῆς γῆς μειζότερος, τοῦ ἀνωτάτου πόλου, ἀνύμφευτε, τῷ Παρθένε· ἐκ σοῦ γὰρ ἀνέτειλεν, Ἥλιος ἐν κόσμῳ, ὁ δεσπόζων, τῆς δικαιοσύνης. Καταβασία ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ «ᾎσμα ἀναπέμψωμεν λαοί, τῷ θαυμαστῷ Θεῷ τῷ ἡμῶν, ἀπαλλάξαντι τὸν Ἰσραὴλ ἐκ δουλείας, ᾠδὴν ἐπινίκιον ᾄδοντες καὶ βοῶντες· ᾌσωμέν σοι, τῷ μόνῳ Δεσπότῃ». ᾨδὴ β' Ὁ Εἱρμὸς ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ «Ἴδετε, ἴδετε, ὅτι ἐγώ εἰμι ὁ Θεὸς ὑμῶν, ὁ πρὸ τῶν αἰώνων γεννηθεὶς ἐκ τοῦ Πατρός, καὶ ἐκ τῆς Παρθένου ἐπ' ἐσχάτων, πλὴν ἀνδρὸς κυηθείς, καὶ λύσας τὴν ἁμαρτίαν, τοῦ προπάτορος Ἀδάμ, ὡς φιλάνθρωπος». (Δίς) Ἴδετε, ἴδετε, ὅτι ἐγώ εἰμι ὁ Θεὸς ὑμῶν, ὁ δικαίᾳ κρίσει, πήξας ὅρους τῆς ζωῆς, ὁ εἰς ἀφθαρσίαν, ἐκ φθορᾶς προσλαβόμενος, πάντας τοὺς κοιμηθέντας, ἐπ' ἐλπίδι αἰωνίου ἀναστάσεως. Ὁ ἐκ τῶν τεσσάρων, περάτων Κύριε, προσλαβόμενος, τοὺς πιστῶς θανέντας, ἐν θαλάσσῃ, ἢ ἐν γῇ, ἢ ἐν ποταμοῖς, πηγαῖς, ἢ λίμναις, ἢ φρέασι, βορά, θηρσὶ γενομένους, πετεινοῖς καὶ ἑρπετοῖς, πάντας ἀνάπαυσον. Σοῦ ἐν τῇ παλάμῃ, τὰ πάντα Κύριε προδιέκρινας, τοὺς διαλυθέντας, εἰς στοιχείων τετρακτύν, ἐν τῇ παρουσίᾳ σου, συμπήξας ἀνάστησον, πάντα τὰ ἐν ἀγνοίᾳ καὶ γνώσει, συγχωρῶν αὐτοῖς ὀφλήματα. Ὢ τῆς φοβερᾶς σου, δευτέρας Κύριε ἐπελεύσεως! ὅτι ὡς ἐν εἴδει ἀστραπῆς, ἐπὶ τῆς γῆς ἥκων ἀναστήσεις, πᾶν τὸ πλάσμα σου κρίνεσθαι, τοὺς πίστει σοι, τότε βιώσαντας, ὑπαντῶντάς σοι, συνεῖναι καταξίωσον. Δόξα... Ὑπερτελεστάτη μονάς, ὑπέρθεε, Τρισυπόστατε, ἀγέννητε Πάτερ, καὶ Υἱὲ μονογενές, δι' Υἱοῦ δὲ φανέν, Πνεῦμα ἐκ Πατρὸς ἐκπορευθέν, οὐσία μία καὶ φύσις, κυριότης βασιλεία, σῶσον πάντας ἡμᾶς. Καὶ νῦν... Θεοτοκίον Ἄρρητον τὸ θαῦμα, τῆς σῆς κυήσεως Μητροπάρθενε· πῶς γὰρ καὶ λοχεύεις, καὶ ἁγνεύεις ἐν ταὐτῷ; πῶς παιδοτοκεῖς, καὶ ἀγνοεῖς πεῖραν ὅλως ἀνδρός; ὡς οἶδεν ὁ ὑπὲρ φύσιν ἐκ σοῦ καινοπρεπῶς, Λόγος Θεοῦ γεννηθείς. Καταβασία ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ «Ἴδετε, ἴδετε, ὅτι ἐγώ εἰμι ὁ Θεὸς ὑμῶν, ὁ πρὸ τῶν αἰώνων γεννηθεὶς ἐκ τοῦ Πατρός, καὶ ἐκ τῆς Παρθένου ἐπ' ἐσχάτων, πλὴν ἀνδρὸς κυηθείς, καὶ λύσας τὴν ἁμαρτίαν, τοῦ προπάτορος Ἀδάμ, ὡς φιλάνθρωπος». ᾨδὴ γ' Ὁ Εἱρμὸς ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ «Ὁ στερεώσας ἐν τῇ χειρί σου, Λόγε Θεοῦ τοὺς οὐρανοὺς ἐν τῷ φωτισμῷ, τῆς σῆς ἀληθοῦς ἐπιγνώσεως, στερέωσον καὶ ἡμῶν, τῶν ἐπὶ σοὶ πεποιθότων τὰς καρδίας». Τοὺς διανύσαντας τὸν τοῦ βίου, δρόμον ἐν δόξῃ εὐσεβεῖ, τῆς δικαιοσύνης ἀναδύσασθαι στέφανον, ἀξίωσον ὁ Θεός, τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν ἀπολαῦσαι. Τοὺς αἰφνιδίως ἀναρπασθέντας, καταφλεχθέντας ἀστραπαῖς, καὶ ἐναποψύξαντας ἐκ κρύους, καὶ πάσης πληγῆς, ἀνάπαυσον ὁ Θεός, ὅτε τὰ πάντα ἐν πυρὶ δοκιμάσῃς. Τὴν ἀειτάραχον τοὺς τοῦ βίου, θάλασσαν πλεύσαντας Χριστέ, ἐν τῷ τῆς ἀφθάρτου σου, ζωῆς καταξίωσον, λιμένι καταδραμεῖν, τοὺς ὀρθοδόξῳ ζωῇ κυβερνηθέντας. Οὓς πᾶσα φύσις τῶν ἐναλίων, καὶ πετεινῶν τοῦ οὐρανοῦ, ἔλαβε κατάβρωμα Χριστέ, τοῖς σοῖς κρίμασιν, ἀνάστησον ὁ Θεός, ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ μετὰ δόξης. Δόξα... Νοητικῶς τὴν θείαν Μονάδα, ὡς τρία Πρόσωπα ἁπλῶς, ἅμα τῷ τεμεῖν ἐπισυνάπτω τὰ ἄτομα· ὡς τάχος γὰρ ἀστραπῆς τρισσολαμποῦσα, ὁρᾶται εἰς Ἑνάδα. Καὶ νῦν... Θεοτοκίον Ἀκατανόητόν σου τὸ θαῦμα· πλὴν γὰρ ἀνδρὸς κυοφορεῖς, καὶ τὴν παρθενίαν σου Ἁγνὴ φρουρεῖς τίκτουσα· διὸ Ἀγγέλων πληθύς, καὶ βροτῶν γένος, ὑμνεῖ σε εἰς αἰῶνας. Καταβασία ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ «Ὁ στερεώσας ἐν τῇ χειρί σου, Λόγε Θεοῦ τους οὐρανοὺς ἐν τῷ φωτισμῷ, τῆς σῆς ἀληθοῦς ἐπιγνώσεως, στερέωσον καὶ ἡμῶν, τῶν ἐπὶ σοὶ πεποιθότων τὰς καρδίας». Κάθισμα Ἦχος πλ. α' Τὸν συνάναρχον Λόγον ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ Ὁ δι' ἡμᾶς ὑπομείνας Σταυρὸν καὶ θάνατον, καὶ νεκρώσας τὸν ᾍδην, καὶ συνεγείρας νεκρούς, τοὺς μεταστάντας ἐξ ἡμῶν, Σῶτερ ἀνάπαυσον, ὡς φιλάνθρωπος Θεός, καὶ τῇ φρικτῇ καὶ φοβερᾷ, ἐλεύσει σου Ζωοδότα, ὡς ἔχων πλῆθος ἐλέους, τῆς βασιλείας σου ἀξίωσον. (Δίς) Θεοτοκίον Τὴν ταχεῖάν σου σκέπην, καὶ τὴν βοήθειαν, καὶ τὸ ἔλεος δεῖξον, ἐπὶ τοὺς δούλους σου, καὶ τὰ κύματα ἁγνὴ καταπράϋνον, τῶν ματαίων λογισμῶν, καὶ τὴν πεσοῦσάν μου ψυχήν, ἀνάστησον Θεοτόκε· οἶδα γὰρ, οἶδα Παρθένε, ὅτι ἰσχύεις ὅσα καὶ βούλεσαι. ᾨδὴ δ' Ὁ Εἱρμὸς ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ «Ἐξ ὄρους κατασκίου, Λόγε ὁ Προφήτης, τῆς μόνης Θεοτόκου, μέλλοντος σαρκοῦσθαι, θεοπτικῶς κατενόει, καὶ τῷ φόβω, ἐδοξολόγει σου τὴν δύναμιν». (Δίς) Πατέρων προπατόρων, πάππων καὶ προπάππων, ἐκ τῶν ἀπ' ἀρχῆς, καὶ μέχρι τῶν ἐσχάτων, ἐν εὐνομίᾳ θανέντων, καὶ εὐπιστίᾳ, πάντων μνημόνευσον Σωτὴρ ἡμῶν. Ἐν ὄρει, ἐν ὁδῷ, ἐν τάφοις, ἐν ἐρήμοις, τὸν βίον καταλῦσαι, φθάσαντας ἐν πίστει, μοναδικούς τε, μιγάδας, νέους, πρεσβύτας, μετὰ ἁγίων Χριστὲ σκήνωσον. Ἐκ λύπης καὶ χαρᾶς, ἐλθούσης παρ' ἐλπίδα, τοὺς πίστει παρευθύς, ἀλλάξαντας τὸν βίον, εὐημερίᾳ παθόντας, ἢ δυσπραγίᾳ, πάντας ἀνάπαυσον Σωτὴρ ἡμῶν. Οὓς ἀνεῖλε ψύξ, καὶ ἵππος συναρπάσας, χάλαζα, χιών, καὶ ὄμβρος πλεονάσας, οὓς δὲ ἀπέπνιξε πλίνθος, ἢ χοῦς συνέσχε, Χριστὲ Σωτὴρ ἡμῶν ἀνάπαυσον. Δόξα... Ξένον ὅτι Ἓν καὶ Τρία ἡ Θεότης, ὅλη καθ' ἑνός, προσώπου ἀμερίστως· Πατὴρ γὰρ Υἱός, καὶ ἅγιον Πνεῦμά ἐστι, τὰ προσκυνούμενα, ὡς εἷς δὲ Θεός. Καὶ νῦν... Θεοτοκίον Ἴθυνον ἡμᾶς, εὐχαῖς σου κυβερνῶσα, κλυδωνιζομένους, σάλῳ ἁμαρτίας, εἰς σωτηρίους λιμένας Κυριοτόκε, ἐκλυτρουμένη ἐκ παντοίων δεινῶν. Καταβασία ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ «Ἐξ ὄρους κατασκίου, Λόγε ὁ Προφήτης, τῆς μόνης Θεοτόκου, μέλλοντος σαρκοῦσθαι, θεοπτικῶς κατενόει, καὶ τῷ φόβῳ, ἐδοξολόγει σου τὴν δύναμιν». ᾨδὴ ε' Ὁ Εἱρμὸς ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ «Ὀρθρίζει τὸ πνεῦμά μου, πρὸς σὲ ὁ Θεός, διότι φῶς τὰ προστάγματα, τῆς παρουσίας σου· ἐν αὐτοῖς οὖν καταύγασον, τὸν νοῦν ἡμῶν Δέσποτα, καὶ ὁδήγησον, ἐν τρίβῳ ζωῆς». (Δίς) Ἑκάστου μνημόσυνα, τῶν θανόντων εὐσεβῶς, ἐκ τοῦ αἰῶνος Κύριε, ποιούμενοι σήμερον, ἐκτενῶς σοι βοῶμεν. Πάντας ἀνάπαυσον, μετὰ τῶν ἁγίων σου. Ἐκ πάσης οὓς ἔλαβες, γενεᾶς καὶ γενεᾶς, ἐν βασιλεῦσιν, ἐν ἄρχουσιν, ἢ ἐν μονάζουσιν, ὀρθοδόξως Οἰκτίρμον, τῆς αἰωνίου λύτρωσαι κολάσεως. Ἁπάντων ὧν ἔπλασας, τὰ συμφέροντα εἰδώς, οὓς παρεχώρησας Κύριε, ἀθρόοις συμπτώμασι, παρ' ἐλπίδα τεθνάναι, ῥῦσαι κολάσεως πάσης ὁ Θεὸς ἡμῶν. Πυρὸς ἀεὶ φλέγοντος, καὶ ἐκ σκότους ἀφεγγοῦς, βρυγμοῦ ὀδόντων, καὶ σκώληκος, ἀλήκτως κολάζοντος, καὶ πάσης τιμωρίας, ῥῦσαι Σωτὴρ ἡμῶν, πάντας τοὺς θανέντας πιστῶς. Δόξα... Ὁμόθρονε, ἄναρχε, τρισυπόστατε μονάς, ἡ διαιρέσει τὴν ἕνωσιν, καὶ ἔμπαλιν ἔχουσα, τοῖς προσώποις τὴν φύσιν, εἰς ἓν ἡμᾶς σύναψον, θέλημα τῶν σῶν ἐντολῶν. Καὶ νῦν... Θεοτοκίον Ὑπὲρ τὰ πυρίμορφα, Σεραφὶμ ὤφθης, Ἁγνὴ τιμιωτέρα κυήσασα, τὸν τούτοις ἀπρόσιτον, Ἰησοῦν τὸν Σωτῆρα, σαρκώσει θεώσαντα, τῶν γηγενῶν τὸ φύραμα. Καταβασία ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ «Ὀρθρίζει τὸ πνεῦμά μου, πρὸς σὲ ὁ Θεός, διότι φῶς τὰ προστάγματα, τῆς παρουσίας σου· ἐν αὐτοῖς οὖν καταύγασον, τὸν νοῦν ἡμῶν Δέσποτα, καὶ ὁδήγησον, ἐν τρίβῳ ζωῆς». ᾨδὴ ς' Ὁ Εἱρμὸς ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ «Συνεχόμενον δέξαι με φιλάνθρωπε, ἐκ πταισμάτων πολλῶν, προσπίπτοντα τοῖς οἰκτιρμοῖς σου, ὡς τὸν Προφήτην Κύριε, καὶ σῶσόν με». Τοῦ θανάτου ὁ λύσας, τὰς ὀδύνας παθῶν, ἀρχηγὲ τῆς ζωῆς, ὁ Θεὸς ἡμῶν, τοὺς ἐξ αἰῶνος κεκοιμημένους, δούλους σου ἀνάπαυσον. Τοῖς ἀρρήτοις κρίμασιν, οὓς ἔκτειναν, φαρμακοποσίαι, δηλητήρια, ὀστώδεις πνίξεις, μετὰ Ἁγίων, Κύριε ἀνάπαυσον. Ὅταν κρίνῃς τὰ σύμπαντα, ἑστῶτα γυμνά, τετραχηλισμένα πρὸ προσώπου σου, τότε Οἰκτίρμον, φεῖσαι τῶν λατρευσάντων σοι πιστῶς ὁ Θεός. Τῇ ἐσχάτη οὖν σάλπιγγι, σαλπίζοντος, τοῦ σοῦ Ἀρχαγγέλου, εἰς ἀνάστασιν ζωῆς ἁπάντων, τότε Χριστὲ τοὺς δούλους σου ἀνάπαυσον. Ἐξ αἰῶνος οὓς ἔλαβες, πιστοὺς ὁ Θεός, γένος ἄπαν, βροτῶν καταξίωσον, εἰς τοὺς αἰῶνας, μετὰ τῶν θεραπόντων σου δοξάζειν σε. Δόξα... Θεαρχία τρισάγιε, ὁμόθρονε, ὁ Πατὴρ ὁ Υἱός, σὺν τῷ πνεύματι, σὺ εἶ Θεός μου, ὁ παντοκρατορίᾳ σου συνέχων τὸ πᾶν. Καὶ νῦν... Θεοτοκίον Ἐκ τῆς ῥίζης ἀνέτειλε, σοῦ ἄνθος ζωῆς Ἰεσσαὶ προπάτορ, ἀνασκίρτησον, ὁ σῴζων κόσμον ἐκ τῆς ἁγνῆς Νεάνιδος, Χριστὸς ὁ Θεός. Καταβασία ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ «Συνεχόμενον δέξαι με φιλάνθρωπε, ἐκ πταισμάτων πολλῶν, προσπίπτοντα τοῖς οἰκτιρμοῖς σου, ὡς τὸν Προφήτην Κύριε, καὶ σῶσόν με». Κοντάκιον Ἦχος πλ. δ' Μετὰ τῶν Ἁγίων ἀνάπαυσον Χριστέ, τὰς ψυχὰς τῶν δούλων σου, ἔνθα οὐκ ἔστι πόνος, οὐ λύπη, οὐ στεναγμός, ἀλλὰ ζωὴ ἀτελεύτητος. Ὁ Οἶκος Αὐτὸς μόνος ὑπάρχεις ἀθάνατος, ὁ ποιήσας καὶ πλάσας τὸν ἄνθρωπον· οἱ βροτοὶ οὖν ἐκ γῆς διεπλάσθημεν, καὶ εἰς γῆν τὴν αὐτὴν πορευσόμεθα, καθὼς ἐκέλευσας ὁ πλάσας με, καὶ εἰπών μοι· Ὅτι γῆ εἶ, καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ, ὅπου πάντες βροτοὶ πορευσόμεθα, ἐπιτάφιον θρῆνον ποιοῦντες ᾠδὴν τό, Ἀλληλούϊα. Συναξάριον Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, μνείαν πάντων τῶν ἀπ' αἰῶνος κοιμηθέντων εὐσεβῶς, ἐπ' ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου, οἱ θειότατοι Πατέρες ἐθέσπισαν. Στίχοι Ἀμνημόνησον πταισμάτων νεκροῖς, Λόγε, Τὰ χρηστὰ νεκρὰ σπλάγχνα σου μὴ δεικνύων. Τὰς τῶν προαναπαυσαμένων ψυχὰς κατάταξον, Δέσποτα Χριστέ, ἐν ταῖς τῶν Δικαίων σου σκηναῖς, καὶ ἐλέησον ἡμᾶς, ὡς μόνος ἀθάνατος, Ἀμήν. ᾨδὴ ζ' Ὁ Εἱρμὸς ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ «Ὁ ἐν ἀρχῇ, τὴν γῆν θεμελιώσας, καὶ οὐρανοὺς τῷ λόγῳ, στερεώσας, εὐλογητὸς εἶ εἰς τοὺς αἰῶνας Κύριε, ὁ Θεὸς τῶν Πατέρων ἡμῶν». Τῶν εὐσεβῶς, ἐξ αἰῶνος θανέντων, μνημόσυνα ἐκτελοῦντες βοῶμεν· Εὐλογητὸς εἶ εἰς τοὺς αἰῶνας Κύριε, ὁ Θεὸς τῶν Πατέρων ἡμῶν. Τῶν εὐσεβῶς, ἐξαπίνης θανέντων, καὶ ἐκβολῆς παντοδαπῆς ῥιφείσης, σιδήρου, ξύλου, παντοίου λίθου, ἀνάπαυσον ὁ Θεός, κεκοιμημένους πιστούς. Ἐν τῇ φρικτῇ, ἐλεύσει σου Οἰκτίρμον, ἐκ δεξιῶν τῶν προβάτων σου στῆσον, τοὺς ὀρθοδόξως σοι ἐν βίῳ λειτουργήσαντας Χριστέ, καὶ μεταστάντας πρὸς σέ. Ἐν τῷ χορῷ, Χριστὲ τῶν ἐκλεκτῶν σου, κατάταξον τοὺς σοὺς δούλους βοᾷν σοι· Εὐλογητὸς εἶ εἰς τοὺς αἰῶνας Κύριε, ὁ Θεὸς τῶν Πατέρων ἡμῶν. Ὁ ἀπὸ γῆς, τὸν χοῦν δημιουργήσας, τὸ τῆς σαρκός, καὶ Πνεύματι ζωώσας, Σωτὴρ οἰκτίρμων, οὓς προσελάβου ἀνάπαυσον ὁ Θεός, ἐν τῇ ἀγήρῳ ζωῇ. Δόξα... Οἷα τρισίν, ἡλίοις ἡ Θεότης, μιᾷ φωτὸς συγκράσει ἀνυμνείσθω, Πατὴρ Υἱός τε, καὶ θεῖον Πνεῦμα, ἐν τῇ φύσει, ἀλλὰ τρία ὑποστάσεσι. Καὶ νῦν... Θεοτοκίον Δαυϊτικόν, μελῳδοῦμέν σοι ᾆσμα, ὄρος Θεοῦ, σὲ καλοῦντες Παρθένε, ἐν ᾧ οἰκήσας σαρκὶ ὁ Λόγος, ἐθεούργησεν ἡμᾶς, πνευματικῶς ἐν αὐτῷ. Καταβασία ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ «Ὁ ἐν ἀρχῇ, τὴν γῆν θεμελιώσας, καὶ οὐρανοὺς τῷ λόγῳ, στερεώσας, εὐλογητὸς εἶ εἰς τοὺς αἰῶνας Κύριε, ὁ Θεὸς τῶν Πατέρων ἡμῶν». ᾨδὴ η' Ὁ Εἱρμὸς ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ «Τὸν ἐν ὄρει, ἁγίῳ δοξασθέντα, καὶ ἐν βάτῳ, πυρὶ τὸ τῆς Ἀειπαρθένου, τῷ Μωϋσῇ μυστήριον γνωρίσαντα, Κύριον ὑμνεῖτε, καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας». (Δίς) Ὁ ἐκτρίψας, πρῴην σκιὰν θανάτου, ἀνατείλας, ὡς Ἥλιος ἐκ τάφου, υἱοὺς τῆς ἀναστάσεώς σου ποίησον, Κύριε τῆς δόξης, πάντας τοὺς θανέντας, ἐν πίστει εἰς αἰῶνας. Τῶν ἀδήλων, καὶ κρυφίων ὁ γνώστης, ὅταν μέλλῃς, ἐκκαλύπτειν τοῦ σκότους, τὰ ἔργα, καὶ βουλὰς τῶν καρδιῶν ἡμῶν, τότε μὴ συνάρῃς, λόγον μετὰ πάντων, τῶν πίστει κοιμηθέντων. Ὅταν μέλλῃς, καθίσαι ἐπὶ θρόνου, καὶ κελεύσῃς, εἰς κρίσιν παραστῆναι, τοὺς ἐξ ἐσχάτων γῆς διὰ τῆς σάλπιγγος, συναθροιζομένους, τότε φεῖσαι πάντων, Χριστὲ ὡς ἐλεήμων. Τοὺς θανέντας, ἄφνω ἐκ συμπτωμάτων, ἐκ βοῆς τε σφοδρᾶς καὶ τάχους δρόμου, ῥαπίσματος, πυγμῆς τε καὶ λακτίσεως, Κύριε τῆς δόξης, πίστει κοιμηθέντας, ἄνες εἰς τοὺς αἰῶνας. Εὐλογοῦμεν Πατέρα, Υἱόν, καὶ Ἅγιον Πνεῦμα. Ὡς Μονάδα, τῇ οὐσίᾳ ὑμνῶ σε, ὡς Τριάδα, τοῖς προσώποις σε, σέβω, Πάτερ Υἱὲ καὶ Πνεῦμα τὸ πανάγιον, ἄναρχον τὸ κράτος, τῆς σῆς βασιλείας, δοξάζω εἰς αἰῶνας. Καὶ νῦν... Θεοτοκίον Ῥείθρου ζῶντος, πηγὴ ἐσφραγισμένη, ἀνεδείχθης, Θεοτόκε Παρθένε· ἀνάνδρως, γὰρ τὸν Κύριον γεννήσασα, τῆς ἀθανασίας, τοὺς πιστοὺς ποτίζεις, τὸ νᾶμα εἰς αἰῶνας. Αἰνοῦμεν, εὐλογοῦμεν καὶ προσκυνοῦμεν. Καταβασία ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ «Τὸν ἐν ὄρει, ἁγίῳ δοξασθέντα, καὶ ἐν βάτῳ, πυρὶ τὸ τῆς Ἀειπαρθένου, τῷ Μωϋσῇ μυστήριον γνωρίσαντα, Κύριον ὑμνεῖτε, καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας». ᾨδὴ θ' Ὁ Εἱρμὸς ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ «Τὸν προδηλωθέντα ἐν ὄρει τῷ Νομοθέτῃ, ἐν πυρὶ καὶ βάτῳ, τόκον τὸν τῆς Ἀειπαρθένου, εἰς ἡμῶν τῶν πιστῶν σωτηρίαν, ὕμνοις ἀσιγήτοις μεγαλύνομεν». Ἔνθα εὐφραινομένων ἐστὶν ἡ κατοικία, τῶν Ἁγίων σου Κύριε, πάντας τοὺς ἀπ' αἰῶνος, κεκοιμημένους ἐν πίστει τε καὶ ἐλπίδι, ἀγαλλιασθῆναι καταξίωσον. Τοὺς θεομηνίᾳ, θανατικῶν ἐκτριβέντας, κεραυνῶν παντοίων, ἐξ οὐρανοῦ ἐνεχθέντων, γῆς σχισθείσης, ἐπικλυσάσης θαλάσσης πάντας τοὺς πιστούς, Χριστὲ ἀνάπαυσον. Πᾶσαν ἡλικίαν, πρεσβύτας καὶ νεανίσκους, νέους καὶ ἐφήβους, παῖδας, καὶ τὰ ἄωρα βρέφη, ἀρρενικὴν φύσιν τε καὶ θηλείαν, ἀνάπαυσον ὁ Θεός, οὓς προσελάβου πιστούς. Τοὺς ἐξ ἰοβόλων δηγμάτων κεκοιμημένους, καταπόσεως ὄφεων, συμπατήσεως ἵππων καὶ ἐκ πνιγμοῦ, καὶ ἀγχόνης τοῦ πέλας, πίστει σοι λατρεύσαντας ἀνάπαυσον. Ἕκαστον κατ' ὄνομα, τῶν ἐν πίστει θανέντων, ἀπὸ τοῦ αἰῶνος, καὶ γενεῶν καὶ γενεᾶς, ἀκατακρὶτως παρασταθῆναί σοι τότε, ἐν τῇ παρουσία σου ἀξίωσον. Δόξα... Ὁ εἷς ἐν Τριάδι Θεός, δόξα σοι ἀπαύστως· εἰ γὰρ καὶ Θεὸς ἕκαστον, ἀλλ' εἷς τῇ φύσει πέλει, ὁ Πατὴρ ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα, τοῖς τρισοφαέσιν ἰδιώμασι. Καὶ νῦν... Θεοτοκίον Ὑπὲρ νοῦν ὁ τόκος σου· γεννᾷς γὰρ τὸν προόντα, καὶ γαλουχεῖς ἀφράστως, τὸν τροφοδότην τοῦ κόσμου, ἀνακλίνεις τὸν τοῦ παντὸς συνοχέα, Χριστὸν μόνον λυτρωτήν ἡμῶν Πανάμωμε. Καταβασία ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ «Τὸν προδηλωθέντα ἐν ὄρει τῷ Νομοθέτῃ, ἐν πυρὶ καὶ βάτῳ, τόκον τὸν τῆς Ἀειπαρθένου, εἰς ἡμῶν τῶν πιστῶν σωτηρίαν, ὕμνοις ἀσιγήτοις μεγαλύνομεν». Ἐξαποστειλάριον Ὁ οὐρανὸν τοῖς ἄστροις ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ Ὁ καὶ νεκρῶν καὶ ζώντων, ἐξουσιάζων ὡς Θεός, ἀνάπαυσον τοὺς σοὺς δούλους, ἐν ταῖς σκηναῖς τῶν ἐκλεκτῶν· εἰ γὰρ καὶ ἥμαρτον Σῶτερ, ἀλλ' οὐκ ἀπέστησαν ἐκ σοῦ. Ἕτερον Γυναῖκες ἀκουτίσθητε ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ Ἀνάπαυσον τοὺς δούλους σου, ἐν χώρᾳ ζώντων Κύριε, ἔνθα ἀπέδρα ὀδύνη, λύπη ὁμοῦ καὶ στεναγμός, ἵλαθι ὡς φιλάνθρωπος, ἅπερ ἐν βίῳ ἥμαρτον· μόνος γὰρ ἀναμάρτητος, ὑπάρχεις καὶ ἐλεήμων, νεκρῶν καὶ ζώντων Δεσπότης. Θεοτοκίον Ὅμοιον Μαρία θεονύμφευτε, Χριστὸν ἀπαύστως πρέσβευε, ὑπερ ἡμῶν τῶν σῶν δούλων, σὺν θεηγόροις Προφήταις, καὶ τῶν Μαρτύρων δήμοις τε, Ἱεραρχῶν Ὁσίων τε, καὶ πάντων τε τῶν Δικαίων, συγκληρονόμους γενέσθαι, τῆς οὐρανῶν βασιλείας. Εἰς τοὺς Αἴνους Στιχηρὰ Προσόμοια Ἦχος πλ. δ' Ὁ ἐν Ἐδὲμ Παράδεισος ΤΟ ΑΚΟΥΤΕ Δεῦτε πρὸ τέλους πάντες Ἀδελφοί, τὸν χοῦν ἡμῶν βλέποντες, καὶ τῆς φύσεως ἡμῶν τὸ ἀσθενές, καὶ τὴν εὐτέλειαν ἡμῶν, καὶ τὸ τέλος ὀψώμεθα, καὶ τὰ ὄργανα τοῦ σκεύους τῆς σαρκός, καὶ ὅτι κόνις ὁ ἄνθρωπος, βρῶμα σκωλήκων καὶ φθορά· ὅτι ξηρὰ τὰ ὀστᾶ ἡμῶν, ὅλως μὴ ἔχοντα πνοήν· τοὺς τάφους κατίδωμεν, ποῦ ἡ δόξα; ποῦ τὸ κάλλος τῆς μορφῆς; ποῦ ἡ εὔλαλος γλῶσσα; ποῦ ἡ ὀφρύς; ἢ ποῦ ὁ ὀφθαλμός; πάντα κόνις καὶ σκιά· διὸ φεῖσαι Σωτὴρ πάντων ἡμῶν. Τί ἀπατᾶται ἄνθρωπος αὐχῶν, τί μάτην ταράττεται, ὁ πηλός, καὶ μετ' ὀλίγον ὁ αὐτός; τί οὐ λογίζεται ὁ χοῦς, ὅτι κόνις τὸ φύραμα, καὶ σαπρίας καὶ φθορᾶς ἀποβολή; Εἰ οὖν πηλὸς ἐσμὲν ἄνθρωποι, τί προστετήκαμεν τῇ γῆ; καὶ εἰ Χριστοῦ ἐσμὲν σύμφυτοι, τί οὐ προστρέχομεν αὐτῷ, καὶ ὅλην ἀφέμενοι τὴν ἐπίκηρον καὶ ῥέουσαν ζωήν, τῇ ζωῇ τῇ ἀφθάρτῳ, ἀκολουθοῦντες; ἥτις ἐστὶν ὁ Χριστός, ὁ φωτισμὸς τῶν ψυχῶν ἡμῶν. Ὁ τῇ χειρί σου πλάσας τὸν Ἀδάμ, καὶ στήσας μεθόριον, ἀφθαρσίας, καὶ θνητότητος Σωτήρ, καὶ τῆς ἐν χάριτι ζωῆς, τῆς φθορᾶς ἀπαλλάξας τε, πρὸς τὴν πρώτην μεταθέμενος ζωήν, αὐτὸς τοὺς δούλους σου Δέσποτα, οὓς προσελάβου ἐξ ἡμῶν, μετὰ Δικαίων ἀνάπαυσον, καὶ ἐν χορῷ τῶν ἐκλεκτῶν, καὶ τούτων τὰ ὀνόματα, μεταγράψας ἐν βίβλῳ τῆς ζωῆς, ἐν φωνῇ Ἀρχαγγέλου, ἐξαναστήσας σάλπιγγος ἠχοῖ, καταξίωσον αὐτούς, τῆς οὐρανίου βασιλείας σου. Χριστὸς ἀνέστη λύσας τῶν δεσμῶν, Ἀδὰμ τὸν πρωτόπλαστον, καὶ τοῦ ᾍδου καταλύσας τὴν ἰσχύν, θαρσεῖτε πάντες οἱ νεκροί, ἐνεκρώθη ὁ θάνατος, ἐσκυλεύθη καὶ ὁ ᾍδης σὺν αὐτῷ, καὶ ὁ Χριστὸς ἐβασίλευσεν, ὁ σταυρωθεὶς καὶ ἀναστάς, αὐτὸς ἡμῖν ἐχαρίσατο, τὴν ἀφθαρσίαν τῆς σαρκός, αὐτὸς ἀνιστᾷ ἡμᾶς, καὶ δωρεῖται τήν ἀνάστασιν ἡμῖν, καὶ τῆς δόξης ἐκείνης, μετ' εὐφροσύνης πάντας ἀξιοῖ, τοὺς ἐν πίστει ἀκλινεῖ, πεπιστευκότας θερμῶς ἐπ' αὐτῷ. Δόξα... Νεκρώσιμον Ἦχος β' Ὡς ἄνθος μαραίνεται, καὶ ὡς ὄναρ παρέρχεται, καὶ διαλύεται πᾶς ἄνθρωπος, πάλιν δὲ ἠχούσης τῆς σάλπιγγος, νεκροὶ ὡς ἐν συσσεισμῷ πάντες ἀναστήσονται, πρός τὴν σὴν ὑπάντησιν Χριστὲ ὁ Θεός. Τότε Δέσποτα, οὓς μετέστησας ἐξ ἡμῶν, ἐν ταῖς τῶν Ἁγίων σου κατάταξον σκηναῖς, τὰ πνεύματα Δέσποτα τῶν σῶν δούλων ἀεί. Καὶ νῦν... Θεοτοκίον Χαῖρε Μαρία Θεοτόκε, ὁ ναὸς ὁ ἀκατάλυτος, μᾶλλον δὲ ὁ ἅγιος, καθὼς βοᾷ ὁ Προφήτης, Ἅγιος ὁ ναός σου, θαυμαστὸς ἐν δικαιοσύνῃ. Ἀπόστιχα Τὰ κατὰ τὸν τυχόντα Ἦχον Στιχηρὰ Προσόμοια τοῦ Θεοφάνους Δόξα... Νεκρώσιμον Τοῦ Δαμασκηνοῦ Ἦχος πλ. β' Ἄλγος τῷ Ἀδὰμ ἐχρημάτισεν, ἡ τοῦ ξύλου ἀπόγευσις, πάλαι ἐν Ἐδέμ, ὅτε ὄφις ἰὸν ἐξηρεύξατο· δι' αὐτοῦ γὰρ εἰσῆλθεν ὁ θάνατος, παγγενῆ κατεσθίων τὸν ἄνθρωπον· ἀλλ' ἐλθὼν ὁ Δεσπότης, καθεῖλε τὸν δράκοντα, καὶ ἀνάπαυσιν ἡμῖν ἐδωρήσατο. Πρὸς αὐτὸν οὖν βοήσωμεν· Φεῖσαι Σωτήρ, καὶ οὓς προσελάβου, μετὰ τῶν ἐκλεκτῶν σου ἀνάπαυσον. Καὶ νῦν... Θεοτοκίον Σὺ εἶ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ ἐν σοφίᾳ τὰ πάντα δημιουργῶν, καὶ πληρῶν, Προφήτας ἐξαπέστειλας Χριστέ, προφητεῦσαί σου τὴν παρουσίαν, καὶ Ἀποστόλους, κηρῦξαί σου τὰ μεγαλεῖα· καὶ οἱ μὲν προεφήτευσαν τὴν ἔλευσίν σου, οἱ δὲ τῷ Βαπτίσματι ἐφώτισαν τὰ ἔθνη, Μάρτυρες δὲ παθόντες, ἔτυχον ὧν περ ἐπόθουν·καὶ πρεσβεύει σοι ὁ χορὸς τῶν ἀμφοτέρων, σὺν τῇ Τεκούσῃ σε. Ἀνάπαυσον ὁ Θεός, ψυχὰς ἃς προσελάβου, καὶ ἡμᾶς καταξίωσον τῆς βασιλείας σου, ὁ Σταυρὸν ὑπομείνας, δι' ἐμὲ τόν κατάκριτον, ὁ λυτρωτής μου, καὶ Θεός. Ἀπολυτίκιον Ἦχος πλ. δ' Ὁ βάθει σοφίας φιλανθρώπως πάντα οἰκονομῶν, καὶ τὸ συμφέρον πᾶσιν ἀπονέμων μόνε Δημιουργέ, ἀνάπαυσον Κύριε τὰς ψυχὰς τῶν δούλων σου· ἐν σοὶ γὰρ τὴν ἐλπίδα ἀνέθεντο, τῷ ποιητῇ καὶ πλάστῃ καὶ Θεῷ ἡμῶν. Δόξα... Ἐν σοὶ γὰρ τὴν ἐλπίδα ἀνέθεντο, τῷ ποιητῇ καὶ πλάστῃ καὶ Θεῷ ἡμῶν. Καὶ νῦν... Θεοτοκίον Σὲ καὶ τεῖχος, καὶ λιμένα ἔχομεν, καὶ πρέσβιν εὐπρόσδεκτον, πρὸς ὃν ἔτεκες Θεόν, Θεοτόκε ἀνύμφευτε, τῶν πιστῶν ἡ σωτηρία. ΕΙΣ ΤΗΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΝ Τὰ Τυπικά, καὶ ἐν τοῖς Μακαρισμοῖς, ἐκ τοῦ Κανόνος τοῦ Τριῳδίου, ᾨδὴ γ' καὶ ς'. Προκείμενον Ἦχος πλ. β' Αἱ ψυχαὶ αὐτῶν ἐν ἀγαθοῖς αὐλισθήσονται. Στίχ. Πρὸς σὲ Κύριε κεκράξομαι, ὁ Θεός μου. Πρὸς Κορινθίους Α' Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα (Κεφ Ι' 23-28) Ἀδελφοί, πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ' οὐ πάντα συμφέρει. Πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ' οὐ πάντα οἰκοδομεῖ. Μηδεὶς τὸ ἑαυτοῦ ζητείτω, ἀλλὰ τὸ τοῦ ἑτέρου ἕκαστος. Πᾶν τὸ ἐν μακέλλῳ πωλούμενον ἐσθίετε, μηδὲν ἀνακρίνοντες διὰ τὴν συνείδησιν· τοῦ γὰρ Κυρίου ἡ γῆ, καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς. Εἰ δέ τις καλεῖ ὑμᾶς τῶν ἀπίστων, καὶ θέλετε πορεύεσθαι, πᾶν τὸ παρατιθέμενον ὑμῖν ἐσθίετε, μηδὲν ἀνακρίνοντες διὰ τὴν συνείδησιν. Ἐὰν δὲ τις ὑμῖν εἴπῃ· Τοῦτο εἰδωλόθυτόν ἐστι, μὴ ἐσθίετε, δι' ἐκεῖνον τὸν μηνύσαντα, καὶ τὴν συνείδησιν αὐτοῦ· τοῦ γὰρ Κυρίου ἡ γῆ, καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς. Ἕτερος εἰς Κοιμηθέντας Πρὸς Θεσσαλονικεὶς Α' Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα (Κεφ Δ' 13-17) Ἀδελφοί, οὐ θέλω ὑμᾶς ἀγνοεῖν περὶ τῶν κεκοιμημένων, ἵνα μὴ λυπῆσθε, καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα. Εἰ γὰρ πιστεύομεν ὅτι Ἰησοῦς ἀπέθανε καὶ ἀνέστη, οὕτω καὶ ὁ Θεὸς τοὺς κοιμηθέντας διὰ τοῦ Ἰησοῦ ἄξει σὺν αὐτῷ. Τοῦτο γὰρ ὑμῖν λέγομεν ἐν λόγῳ Κυρίου, ὅτι ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι, εἰς τὴν παρουσίαν τοῦ Κυρίου, οὐ μὴ φθάσωμεν τοὺς κοιμηθέντας, ὅτι αὐτὸς ὁ Κύριος ἐν κελεύσματι, ἐν φωνῇ Ἀρχαγγέλου, καὶ ἐν σάλπιγγι Θεοῦ, καταβήσεται ἀπ' οὐρανοῦ, καὶ οἱ νεκροὶ ἐν Χριστῷ ἀναστήσονται πρῶτον, ἔπειτα ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι, ἅμα σὺν αὐτοῖς ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις, εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα, καὶ οὕτω πάντοτε σὺν Κυρίῳ ἐσόμεθα. Ἀλληλούϊα Ἦχος πλ. β' Μακάριοι, οὓς ἐξελέξω, καὶ προσελάβου. Στίχ. Καὶ τὸ μνημόσυνον αὐτῶν εἰς γενεὰν καὶ γενεάν. Εὐαγγέλιον Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν Εἶπεν ὁ Κύριος· Βλέπετε μὴ πλανηθῆτε... Ἕτερον εἰς Κοιμηθέντας Κατὰ Ἰωάννην Εἶπεν ὁ Κύριος πρὸς τοὺς ἐληλυθότας πρὸς αὐτὸν Ἰουδαίους· Ἀμήν, ἀμὴν λέγω ὑμῖν... Κοινωνικὸν Μακάριοι οὓς ἐξελέξω, καὶ προσελάβου Κύριε, καὶ τὸ μνημόσυνον αὐτῶν εἰς γενεὰν καὶ γενεάν, Ἀλληλούϊα.

4 Μαρτίου 2021

ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ ΟΔΟΣ ΚΑΘΑΡΣΕΩΣ ΦΩΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΘΕΩΣΕΩΣ Ἐπιστολὴ πρὸς τὴν σεμνοτάτην ἐν μοναζούσαις Ξένην Μοναχήν. ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΘΕΟΚΛΗΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΟΥ

ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ ΟΔΟΣ ΚΑΘΑΡΣΕΩΣ ΦΩΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΘΕΩΣΕΩΣ Ἐπιστολὴ πρὸς τὴν σεμνοτάτην ἐν μοναζούσαις Ξένην Μοναχήν. ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΘΕΟΚΛΗΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΟΥ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Πρὶν τὰ τελευταῖα εἴκοσι ἔτη, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἦτο σχεδὸν ἄγνωστος εἰς τὸν Ὀρθόδοξον Ἑλλαδικὸν χῶρον, ὄχι μόνον εἰς τοὺς πολλοὺς Χριστιανούς, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς διανοουμένους καὶ τοὺς Θεολόγους ἀκόμη. Εἶναι ἀρκετὸν νὰ ρίψῃ κανεὶς ἓν βλέμμα μόνον εἰς τὴν ἐν χρήσει ἀπὸ πεντηκονταετίας «Πατρολογίαν» τοῦ καθηγητοῦ τοῦ ἐν Ἀθήναις Πανεπιστημίου Δ. Μπαλάνου, διὰ νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι ἡ ἄγνοια περὶ τὸ θειότατον πρόσωπον τοῦ ἁγίου Γρηγορίου, ἦτο προτιμωτέρα τῆς μεταχειρίσεως, ποὺ ὑφίστατο ἀπὸ Ὀρθοδόξους Θεολόγους. Δὲν θὰ ἐπεκταθῶμεν, ὡς πρὸς ποίους ἀνήκει ἡ τιμὴ τῆς ἀποκαλύψεως τῆς παλαμικῆς Θεολογίας, ἥτις ἀποτελεῖ μίαν δόξαν τῆς Ὀρθοδοξίας. Πάντως ἀπὸ εἰκοσαετίας καὶ ἐντεῦθεν, πολλὰ συνετέλεσαν εἰς τὴν προβολὴν τῆς ἁγίας μορφῆς τοῦ Παλαμᾶ καί, κατ᾿ἐπέκτασιν, εἰς τὸν ἀναβαπτισμὸν τῆς ἀκαδημαϊκῆς Θεολογικῆς σκέψεως ἐντὸς τῶν κρυσταλλίνων ὑδάτων καὶ τῶν ἁγιοπνευματικῶν ἐμπειριῶν τῆς ἀκραιφνοῦς Ὀρθοδόξου Θεολογίας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου. Ἤδη, οὐδεὶς Θεολόγος Ὀρθόδοξος, πάσης γλώσσης, σεβόμενος ἑαυτόν, δύναται νὰ θεολογήσῃ χωρὶς νὰ ἀναχωρήσῃ ὡς ἀπὸ ἀφετηρίαν, ἀπὸ τὴν διδασκαλίαν τοῦ ἁγίου Γρηγορίου. Πρέπει δὲ νὰ διευκρινισθῇ, ὅτι ἡ διδασκαλία του δὲν εἶναι ἀπομεμονωμένον τι θεωρητικὸν σύστημα, εἷς «Παλαμισμός» ὡς ἤθελον αὐτὴν οἱ ἀγνοοῦντες - ἀλλὰ αὐτὴ αὕτη ἡ ὀρθόδοξος πνευματικὴ παράδοσις, τὴν ὁποίαν, ἐκ λόγων ἱστορικῶν, ὑπεχρεώθη νὰ ἀναπτύξῃ μετ᾿ ἰδιαζούσης σαφηνείας καὶ δυνάμεως. Τὸ δὲ θεμελιῶδες χαρακτηριστικὸν τῆς Ὀρθοδόξου πνευματικῆς παραδόσεως, εἶναι ὁ πραγματισμός, τὸ γεγονός, ἡ ὑπαρκτικότης, ὁ πνευματικὸς ρεαλισμός, ἐν ἀντιθέσει μὲ τὸν ἄνευ «ἀντικρύσματος» Δυτικὸν συλλογισμόν. Ἐν τῇ Ὀρθοδοξίᾳ ἡ θεολογία ἀποτελεῖ μαρτυρίαν τῆς ἐν ἁγίῳ Πνεύματι καθολικῆς ἐμπειρίας τῆς Ἐκκλησίας. Ἀγνοοῦμεν δέ, ὡς σωφρονοῦσα Ἐκκλησία, πᾶσαν ἄλλην μεθοδολογίαν, ποὺ δὲν ἐκπορεύεται ἀπὸ ἐσωτερικὰ γεγονότα καθολικῆς καὶ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι πείρας καὶ ζωῆς. Καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν τὴν Δυτικὴν σκέψιν, τὴν μεταβαλλομένην εἰς θεολογίαν, βάσει τῶν Ἀριστοτελικῶν κατηγοριῶν διανοήσεως, ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς ἀνυπαρξίας τῆς μυστικῆς σχέσεως Θεοῦ καὶ ψυχῆς, διὰ τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν Του, τὴν ὁποίαν ἀρνεῖται. Διὸ καὶ σήμερον, ὅτε οἱ ἄνθρωποι ἀπέλπιδες, ὕστερα ἀπὸ τὴν πικρὰν πεῖραν τῆς τῶν πάντων γεύσεως, ζητοῦν διψαλέως πηγὰς ἀναψύξεως καὶ μίαν λυτρωτικὴν ὑπαρξιακὴν αἴσθησιν, ἡ Ὀρθόδοξος ὑπαρξιακὴ πνευματικὴ παράδοσις, ἐκφραζομένη διὰ τῆς πλουσιωτάτης Παλαμικῆς γραμματείας, ἀποτελεῖ μοναδικὴν προσφορὰν εἰς τὴν ἀγχώδη ἐποχήν μας. Ἑπόμενον εἶναι νὰ χαίρῃ πᾶς τις Ὀρθόδοξος διὰ τὴν πλήθυνσιν τῶν περὶ τὸν Ἅγιον Γρηγόριον μελετῶν καὶ διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν Ἀπάντων του, ὑπὸ τοῦ ἐν Θεσσαλονίκῃ Ἱδρύματος Πατερικῶν Μελετῶν. Ἐκ τοῦ κειμένου τούτου προκύπτει, ὅτι τὴν Ἐπιστολὴν -Λόγον ἔγραψεν ὁ Ἅγιος Γρηγόριος μετὰ τὴν τετραετῆ σχεδὸν φυλάκισίν του ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἤτοι μετὰ τὸ ἔτος 1345. Ἐκδηλώνει τὴν ἀπαρέσκειάν του νὰ γράφῃ, ἐκτὸς τοῦ λόγου, ὅτι κινδυνεύουν νὰ παρανοηθοῦν τὰ γραπτά του, ὡς συνέβη καὶ κατὰ τὴν περίοδον τῶν Ἡσυχαστικῶν ἐρίδων, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ συγγραφὴ ἀντίκειται πρὸς τὴν ἐσωστρέφειαν τῶν Ἡσυχαστῶν. Παρὰ ταῦτα ὅμως, δι᾿ ὑπακοήν, ἀποφασίζει νὰ γράψῃ τὰς ἀπόψεις του. Ὅπως ἀνεφέρθη καὶ ἀνωτέρῳ, ὅ,τι γράφει ὁ Ἅγιος Πατήρ, δὲν εἶναι στοχασμός, δὲν εἶναι φανταστικὴ σύλληψις, εἶναι ξένον πρὸς τὴν φιλοσοφίαν, εἶναι ἄσχετον πρὸς τὸν συλλογισμόν. Εἶναι προσωπικὴ ἐμπειρία, εἶναι μεθέξεως τοῦ Θείου καρπός, εἶναι ἀκτινοβολία ἐκ τῆς μυστικῆς συναντήσεως τῆς ἐν Χριστῷ κεκαθαρμένης ψυχῆς του μετὰ τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Διὸ καὶ ἡ ἀνάπτυξις τοῦ ὅλου θέματός του, γίνεται ὄχι μὲ βάσιν τοὺς κανόνας τοῦ καλολογικῶς γράφειν, ἀλλὰ κατὰ μίαν ἐσωτερικὴν «τάξιν» καὶ «ἐπαγωγήν», κατὰ τὴν πεῖραν τῆς ἐσωτερικῆς καθάρσεως, ἐλλάμψεως καὶ μυστικῆς ἑνώσεώς του, ὅπως παρατηρεῖται εἰς ὅλους τοὺς ἁγίους Πατέρας. Οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπεβάλλοντο εἰς κάματον συγγράφοντες, ἀλλ᾿ ἁπλῶς ἐμαρτύρουν τὰ βιώματά των κατὰ τὴν τάξιν τοῦ πνευματικοῦ νόμου, τῆς «νομίμου ἀθλήσεως», ποὺ ἄρχεται ἐκ τοῦ πολέμου κατὰ τῶν παχυλοτέρων παθῶν, διέρχεται διὰ τῆς ἀπαθείας καὶ καταλήγει - ἂν ὑπάρχῃ κατάληξις εἰς τὴν πορείαν πρὸν τὸν ἄπειρον Θεὸν ἐν τῷ φωτὶ τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἔτσι δὲ ἐξηγεῖται καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι, διὰ τοὺς Πατέρας, ἦτο ἀνύπαρκτος ὁ κάματος τοῦ νοῦ, ἡ διανοητικὴ ὑπερκόπωσις, παρὰ τὸ πλῆθος τῶν συγγραφῶν των, ἐνῶ συγχρόνως ἐνήστευον, ἠγρύπνουν καὶ προσηύχοντο ἀδιαλείπτως. Ἡ ἐπιστολή, λοιπόν, πρὸς Ξένην, ἀκολουθεῖ τὴν ὁδόν, ποὺ ὁδηγεῖ εἰς τὴν ζωὴν τῆς ψυχῆς. Διὸ καὶ ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὴν διαπίστωσιν, ὅτι ἡ ἀθάνατος οὐσία τῆς ψυχῆς ἀποθνήσκει ἠθικῶς ἐκ τῆς ἁμαρτίας καὶ ἀποφαίνεται, ὅτι ζωὴ κυρίως εἶναι ἡ ἕνωσις τῆς ψυχῆς μετὰ τοῦ Θεοῦ. Κατόπιν ἀναπτύσσει, ὅτι ὁ παρὼν καιρὸς ἀποτελεῖ χορηγίαν φιλάνθρωπον τοῦ Θεοῦ πρὸς μετάνοιαν. Ἐν συνεχείᾳ ἀξιολογεῖ τὴν παρθενίαν ἔναντι τοῦ ἐγγάμου βίου, τὴν ὁποίαν θεωρεῖ ἀνωτέραν, ἀλλὰ καὶ διευκολύνουσαν τὴν σωτηρίαν τῆς ψυχῆς, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸν γάμον, ὅστις εἶναι πλήρης θλίψεως καὶ ἐμποδίων. Ἐννοεῖται δέ, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζει εἰς τὴν νύμφην τοῦ Χριστοῦ -Μοναχὴν οὐδεμίαν δυνατότητα σχέσεών της μετὰ τῶν κατὰ σάρκα συγγενῶν της. Μοναδικὸς εἶναι ὁ ἅγιος Γρηγόριος εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ «μακαρισμοῦ τῶν πτωχῶν ἐν πνεύματι», τὸν ὁποῖον βλέπει ὡς τὴν βάσιν πάσης πνευματικῆς ἐργασίας ἐν συνδιασμῷ πρὸς τὸ πένθος. Ὁ ἴδιος ἔχει βαθυτάτην καὶ μακρὰν ἐμπειρίαν τοῦ πένθους καὶ τῶν δακρύων, ὅτε διήρχετο τὰς μακρὰς καὶ λευκὰς νύκτας του εἰς τὰς ἐρήμους τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὀλολύζων καὶ στενάζων διὰ τῆς συνταρακτικῆς κραυγῆς πρὸς τὴν Θεοτόκον· «Φώτισόν του τὸ σκότος, φώτισόν μου τὸ σκότος». Καὶ εἶναι δὲ ἐντεῦθεν γνωστὴ ἡ ἐμφάνεια τῆς Θεοτόκου ἐπανειλημμένως πρὸς τὸν ἀγαπητόν της Γρηγόριον ὡς καὶ τὸ χάρισμα τῆς Θεολογίας, ὅπερ ἐδωροφόρησεν εἰς αὐτόν… Κατόπιν τῆς περὶ πένθους ἀναλύσεως, μεταβαίνει εἰς τὸ ἀνθρωπολογικὸν πρόβλημα τοῦ «τριμεροῦς» τῆς ψυχῆς, διὰ νὰ ἀναπτύξῃ τὸ θέμα τῶν σχέσεων τοῦ θυμικοῦ, τοῦ λογιστικοῦ καὶ τοῦ ἐπιθυμητικοῦ μὲ τὰ ἀνάλογα πάθη, τῆς φιλαργυρίας, τῆς κενοδοξίας, τῆς ἀνθρωπαρεσκείας, τῆς γαστριμαργίας καὶ ἄλλα. Μετὰ ταῦτα, ἀφοῦ ἀναφέρει τὰς διαφόρους μορφὰς καὶ τὰς ἐνεργείας τῶν παθῶν, ὑποδεικνύει ὡς βασικὰ μέσα θεραπείας τὴν ἄσκησιν, τὴν ταπείνωσιν καὶ τὴν προσευχήν. Ἐπίσης ἀναλύει τὴν φύσιν τῶν πειρασμῶν, τοὺς ὁποίους θεωρεῖ ἀπαραιτήτους διὰ τὴν ὑγείαν τῆς ψυχῆς καὶ τὴν ὡρίμανσίν της εἰς τὰς ἀρετάς, ἐφ᾿ ὅσον, βεβαίως, ὑπομένει τις μετ᾿εὐχαριστίας. Ἐπανερχόμενος ὁ Ἅγιος εἰς τὸ ἀγαπητόν του θέμα τοῦ πένθους καὶ τῆς πτωχείας, ποὺ ἐμακάρισεν ὁ Κύριος, ἐξαίρει τὰς εὐεργετικὰς ἐνεργείας των ἐπὶ τῆς ψυχῆς, ἀλλὰ καὶ ἐπισημαίνει τὰς ἀντιπνευματικὰς μορφάς των, αἵτινες ὁδηγοῦν εἰς τὸν θάνατον τῆς ψυχῆς. Ἀκολούθως ἐκθέτει τὰς προϋποθέσεις ἀποκτήσεως τοῦ φόβου τοῦ Θεοῦ, τῆς ταπεινώσεως καὶ τῆς ἀγάπης, καρπὸς ἄμεσος τῶν ὁποίων εἶναι ἡ χαρὰ καὶ «ὁ γέλως τῆς ψυχῆς». Κατὰ τρόπον ἁγιοπνευματικῶς ἐπαγωγικόν, ὁ νοῦς, τοῦ οὕτω πως σχόντος τὴν ταπείνωσιν καὶ τὴν ἀγάπην, ἀνέρχεται ὑπεράνω ὄχι μόνον τῆς νοήσεως, ἀλλὰ καί τῶν νοητῶν καὶ εἰσέρχεται ἐντὸς τοῦ φωτὸς τῆς Ἁγίας καὶ μακαρίας Τριάδος. Τότε δέ, ὄχι μόνον ὁ νοῦς ἀπολαμβάνει τοῦ θείου καὶ ἀκτίστου φωτός, ἀλλὰ μεταδίδει καὶ πρὸς τὸ σῶμα «πολλὰ τοῦ θείου κάλλους τεκμήρια», ὁπότε ὁ ἄνθρωπος, λόγῳ τῆς ἕξεως ἐν τῇ ἀρετῇ, καθίσταται δυσκίνητος ἢ ἀκίνητος πλέον πρὸς τὸ κακόν. Εἰς τὴν κατάστασιν δὲ αὐτὴν ἀκολουθοῦν χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὡς τῆς διοράσεως καὶ προοράσεως. Τελευτῶν, ὁ μέγας Ἡσυχαστὴς καὶ μύστης τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ, ἐπανέρχεται διὰ νὰ ὑπογραμμίσῃ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς ἀδιαλείπτου προσευχῆς καὶ τῆς προσλήψεως τοῦ πνευματικοῦ πένθους, ὅπερ ἀποτελεῖ πηγὴν ἀγαλλιάσεως. Καὶ διὰ μιᾶς τελευταίας ἀποστροφῆς, ἀπευθύνεται μετ᾿ ἐμφάσεως πρὸς τὴν Μοναχὴν Ξένην: «Ἀλλὰ δεῦτε καὶ ἡμεῖς ἐν μακαριστῇ πτωχείᾳ προσπέσωμεν καὶ κλαύσωμεν ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν· ἵνα καὶ τὰ προημαρτημένα ἀπαλείψωμεν καὶ πρὸς τὴν κακίαν ἀκινήτους ἑαυτοὺς ποιήσωμεν καὶ τοῦ Παρακλήτου ἐπιτύχωμεν». Ἡ πρὸς Ξένην Ἐπιστολὴ ἐποτελεῖ σύνοψιν τῆς πνευματικῆς διδασκαλίας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου. Βάσει αὐτῆς τῆς μεθοδολογίας, συγκροτουμένης ἐξ Εὐαγγελικῶν καὶ παραδοσιακῶν στοιχείων, διώδευσαν τὰ πλήθη τῶν Ἁγίων τὴν «στενὴν καὶ τεθλιμένην ὁδόν». Διὰ τὴν ἐποχήν μας ἔχει σημαντικὴν σημασίαν, διότι ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν ἀνθρωπιστικῶν ρευμάτων, τὰ ὁποῖα πνέουν ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας, νοθεύεται ἡ πνευματικὴ Ὀρθόδοξος παράδοσις, μὲ συνέπειαν, ἀντὶ νὰ πορευώμεθα εἰς τὸ φῶς καὶ τὴν ζωὴν καὶ τὴν αἰωνίαν ἀγαλλίασιν, ἀποτελματούμεθα εἰς τὴν περιοχὴν τῶν σκοτεινῶν καὶ δαιμονικῶν παθῶν μας. Ἐντεῦθεν χάνομεν τὰ Ὀρθόδοξα κριτήρια καὶ ἀρχίζομεν νὰ φιλοσοφῶμεν, παραδιδόμενοι εἰς τοὺς ἀκαθάρτους διαλογισμούς μας καὶ τὰ ἰνδάλματα τῆς ἐμπαθοῦς καρδίας μας. Ἑπόμενον δὲ εἶναι νὰ μὴ θεωρῶμεν τὸν Μοναχισμὸν ὡς «φῶς κοσμικοῖς», ὅπως ἦτο, εἶναι καὶ θὰ εἶναι ἐν τῇ ἁγίᾳ Ὀρθοδοξίᾳ, τῆς ὁποίας ἀποτελεῖ τὸ γνησιότερον ἐκπορευτὸν καὶ τὸν ἁπλανῆ πνευματικὸν κανόνα ζωῆς ὅλης τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὰ ἔγραφα (Μοναχὸς Θεόκλητος Διονυσιάτης) κατὰ τὴν α’ ἔκδοσιν ἐν μεταφράσει τῆς Ἐπιστολῆς πρὸς τὴν σεμνοτάτην Ξένην τὸ 1974. ( Ἔκδοσις Ὀρθοδόξου Κυψέλης Θεσ/νίκη 1974) ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΟΣ Ο ΗΣΥΧΑΣΜΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΜΕΡΙΜΝΑΝ Σὲ ὅσους ἐπιθυμοῦν νὰ ζήσουν ἐντελῶς ἡσυχαστικῶς, εἶναι δυσάρεστη ὄχι μόνο ἡ συναναστροφὴ μὲ τοὺς λαϊκούς, ἀλλὰ καὶ μὲ τοὺς Μοναχούς, διότι διακόπτεται ἡ συνεχὴς καὶ γλυκυτάτη μὲ τὸν Θεὸν ἕνωσις. Καὶ τὸ ἑνιαῖο τοῦ νοῦ, στὸ ὁποῖο συνίσταται ὁ ἔσω καὶ ἀληθινὸς Μοναχός, σχίζεται σὲ δύο καὶ κάποτε σὲ πολλὰ μέρη. Γι᾿αὐτὸ καὶ κάποιος ἅγιος Πατήρ, ὅταν ρωτήθηκε «γιατὶ ἀποφεύγει τοὺς ἀνθρώπους»; ἀπάντησε ὅτι, «ἐπειδὴ δὲν μπορῶ ταυτοχρόνως νὰ εἶμαι μὲ τὸν Θεὸν καὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους». (ἐννοεῖ τὸν ἅγιο Ἀρσένιο). Ἄλλος πάλι ἅγιος Πατήρ, ἀναπτύσοντας ἐκ πείρας τὸ σημεῖο αὐτό, λέγει ὅτι «ὄχι μόνο ἡ συναναστροφή, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ θέα τῶν ἀνθρώπων δύναται νὰ βλάψῃ τὴν σταθερότητα τῆς ἡσυχίας, ἐκείνων ποὺ ἡσυχάζουν κατὰ διάνοιαν». (Ἀββᾶς Ἰσαὰκ Σῦρος). Ἂν κανεὶς ἐξετάση ἀκριβέστερα, καὶ αὐτὴ ἡ μνήμη τῆς ἀναμονῆς κάποιου καὶ τῆς συναναστροφῆς μαζί του, δὲν ἀφήνει ἀσάλευτο τὸ νοερὸ μέρος τῆς ψυχῆς. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνος, ποὺ συγγράφει καλύπτει τὸν νοῦ του μὲ θορυβώδεις μέριμνες. Καὶ ἂν μὲν αὐτὸς ποὺ γράφει εἶναι ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ ἐπρόκοψαν καὶ ἔφθασαν στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, λόγῳ ψυχικῆς ὑγείας, ἔχει μὲν ἐνεργοῦσα τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἔστω γράφοντας, πάντως ὅμως χωρὶς τὴν ἀμεσότητα καὶ καθαρότητά της. Ἂν ὅμως αὐτὸς ποὺ γράφει εἶναι ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ πέφτουν σὲ πολλὰ ψυχικὰ νοσήματα καὶ πάθη, ὅπως ἀληθινὰ εἶμαι ἐγώ, καὶ ποὺ ἔχουν ἀνάγκη νὰ βοοῦν συνεχῶς πρὸς τὸν Θεόν, «ἴασαί με, ὅτι ἥμαρτόν σοι», δὲν εἶναι λογικὸ νὰ γράφουν πρὸ τῆς θεραπείας των, νὰ ἐγκαταλείπουν τὴν προσευχὴ καὶ νὰ ἀσχολοῦνται ἑκουσίως μὲ ἀδιάφορα πράγματα. Ἐκτὸς αὐτοῦ, ἐκεῖνος ποὺ γράφει ἀναστρέφεται μὲ μὴ παρόντες ἄνθρωπους, μὲ τίς συγγραφές. Ἀλλὰ καὶ μετὰ ἀπὸ πολλὰ χρόνια καὶ σὲ πολλοὺς ἀνθρώπους μεταδίδονται τὰ γραπτά - καὶ σ᾿ἐκείνους ποὺ δὲν ἤθελε ἀκόμη -τὰ ὁποῖα παραμένουν καὶ μετὰ τὴν ἀποβίωσι τοῦ συγγραφέως. Γι᾿ αὐτὸ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς μεγάλους Ἡσυχαστὰς Πατέρας δὲν ἤθελαν νὰ γράψουν τίτοτε, ἂν καὶ ἦσαν σὲ θέσι νὰ γράψουν ὠφελιμώτατα καὶ σπουδαῖα πράγματα. Ἐγὼ ὅμως, ἂν καὶ ὑστερῶντας σὲ ὅλα ἀπέναντι στὴν ἀκρίβεια τῶν Πατέρων, συνήθιζα νὰ γράφῳ, ἀλλὰ ὅταν ἦταν ἀνάγκη. Τώρα ὅμως, μὲ κατέστησαν ἀπρόθυμο στὸ νὰ γράφῳ, αὐτοὶ ποὺ μὲ φθονεροὺς ὀφθαλμοὺς εἶδαν ὡρισμένες συγγραφές μου, ζητῶντας ἀφορμὲς γιὰ νὰ μὲ βλάψουν (ἐννοεῖ τὸν Βαρλαὰμ καὶ τοὺς λοιποὺς ἀντιπάλους του). Οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸν Ἅγιο Διονύσιο τὸ Ἀρεοπαγίτη, ἐπηρεάζονται παθολογικῶς ἀπὸ τὰ ἀλφαβητικὰ στοιχεῖα. Ἀπὸ τίς ἄνευ οὐσίας γραμμὲς καὶ συλλαβὲς καὶ ἀκαθόριστες λέξεις, ποὺ δὲν εἰσέρχονται στὸ νοερὸ τῆς ψυχῆς των. Καὶ εἶναι, ἀλήθεια, παράλογο καὶ χυδαῖον, ἀλλὰ καὶ μὴ χαρακτηριστικὸν ἐκείνων, ποὺ θέλουν νὰ θεολογοῦν τὸ νὰ μὴ προσέχουν στὴν οὐσία καὶ τὸν σκοπὸ τῶν λόγων, ἀλλὰ στὶς λέξεις. Ἐγὼ ὅμως γνωρίζω, ὅτι δικαίως ἔγινα στόχος στὶς κατηγορίες ἐκείνων, ὄχι διότι δὲν ἔγραψα σύμφωνα μὲ τοὺς ἁγίους Πατέρας. Αὐτὸ μὲ τὴ Χάρι τοῦ Χριστοῦ καταφαίνεται στὰ γραπτά μου. Ἀλλὰ διότι συνέγραψα γιὰ θέματα γιὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἤμουν ἄξιος. Σὰν ἄλλος Ζᾶν, ὁμοίως ἐπιχείρησα νὰ συγκρατήσῳ μὲ τὸν λόγο τὸ ὄχημα τῆς ἀληθείας, ποὺ κινδύνευε νὰ ἀνατραπῇ (Βασιλ. στ'6-7). Πάντως ἡ τιμωρία, ποὺ ἐδέχθηκα ἀπὸ τὸν Θεὸ δὲν ἦταν σὲ βαθμὸ ὀργῆς, ἀλλὰ μετρίας παιδεύσεως. Γι᾿αὐτὸ καὶ οἱ ἀντίπαλοι δὲν ἐπετράπη νὰ μὲ ἐξολοθρεύσουν. Ἀσφαλῶς ὅμως καὶ τοῦτο ἦταν ἀπὸ τὴν ἀναξιότητά μου. Διότι ἐγὼ δὲν ἤμουν ἄξιος οὔτε ἱκανός, ὅπως ἦταν ἑπόμενο, νὰ πάθῳ ὑπὲρ τῆς ἀληθείας καὶ ἔτσι νὰ γίνῳ μὲ χαρὰ κοινωνὸς τῶν παθημάτων τῶν Ἁγίων. Τί λοιπόν; Ὁ Ἅγιος Χρυσόστομος, ποὺ φέρει ἀκόμη ἄφθορο τὸ σῶμα του, ὁ ἑνωμένος μὲ τὴν ἐν οὐρανοῖς Ἐκκλησία τῶν πρωτοτόκων, ποὺ περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλον μὲ ἀσφάλεια καὶ σαφήνεια συνέγραφε γλυκύτατα, αὐτὸς ὁ τόσο μέγας, δὲν ἐξεκόπη ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ δὲν καταδικάσθη σὲ ἐξορία τάχα φρονῶντας καὶ γράφοντας τίς αἱρέσεις τοῦ Ὠριγένους; Ἀλλὰ λέγει καὶ ὁ κορυφαῖος Πέτρος τοῦ κορυφαίου χοροῦ τῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου, ὅτι οἱ τότε ἀμαθεῖς, τὰ δυσνόητα στὶς ἐπιστολὲς τοῦ μεγάλου Παύλου «ἐστρέβλουν πρὸς τὴν ἰδίαν αὐτῶν ἀπώλειαν» (Β'Πέτρ. γ'16). Ἐγὼ ὅμως, γιὰ τὴν μικρὴν ἐνόχλησι ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ ἐστράφησαν ἐναντίον μου, ἂν καὶ κατεδικάσθησαν συνοδικῶς, ἐσκεπτόμουν νὰ ἀπόσχῳ τελείως ἀπὸ συγγραφές, ἐὰν σὺ τώρα, ὧ Ἱερὰ Πρεσβῦτις, δὲν ἐρχόσουν μὲ παρακλήσεις χρησιμοποιῶντας ἱκετευτικὰ γράμματα καὶ μηνύματα. Ἕως ὅτου μὲ ἔπεισες νὰ σοῦ ἀποστείλῳ πάλι παραινετικοὺς λόγους, ἂν καὶ γιὰ σένα δὲν ὑφίσταται πολλὴ ἀνάγκη παραινέσεων. Διότι ἔχεις, χάριτι Χριστοῦ, μαζὶ μὲ τὴν γεροντικὴν ἡλικία καὶ τὴν ἰσχυρὴ σύνεσι. Καὶ διότι ἀνέγνωσες τὸν νόμο τῶν Ἱερῶν παραγγελμάτων μὲ πολυετῆ πρᾶξι, διαμοιράζοντας τὸν βίο σου πότε στὴν ὑπακοὴ καὶ πότε στὴν ἡσυχία. Διὰ τῶν ὁποίων κατέστησες λεῖο τὸ σκεῦος τῆς ψυχῆς καὶ κατάλληλο γιὰ νὰ δεχθῇ καὶ νὰ συντηρήσῃ τὰ θεῖα χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα. Ἀλλὰ τέτοια εἶναι ἡ φύσις τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία ἐκυριεύθη ἀπὸ τὸν φόβο τῆς πνευματικῆς διδασκαλίας. Γι᾿αὐτὸ καὶ ἡ Σοφία λέγει περὶ αὐτῆς ὅτι, «οἱ τρώγοντές με ἔτι πεινάσουσι». Καὶ ὁ Κύριος, ὁ Ὁποῖος ἐμβάλλει στὴν ψυχὴ τὸν πόθον αὐτόν, λέγει γιὰ τὴν Μαρία ποὺ ἐπροτίμησε τὴν ἀγαθὴν μερίδα», ὅτι «οὐκ ἀφαιρεθήσεται ἀπ᾿αὐτῆς» (Λουκ. ι',42). Η ΑΜΑΡΤΙΑ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ Οἱ λόγοι αὐτοὶ ὁμοίως πρέπουν σὲ σένα καὶ στὶς ἐν Κυρίῳ θυγατέρες (Μοναχὲς) τοῦ Μεγάλου Βασιλέως, ποὺ ζοῦν ὑπὸ τὴν πνευματική σου καθοδήγησι. Καὶ μάλιστα στὴν σύνεσί σου, τὴν ὁποίαν ἔχεις ἐκ καταγωγῆς, ἀφοῦ ποθῆς νὰ νυμφευθῇς, τὸν χορηγὸ τῆς ἀφθαρσίας (Χριστόν), Αὐτόν, τὸν Ὁποῖον μιμεῖσαι. Ὅπως Ἐκεῖνος ἀνέλαβε ὑπὲρ ἡμῶν ἀληθέστατα τὴν δουλικὴ μορφή μας ἐπῆρες καὶ σὺ τὴν τάξι τῶν ἀρχαρίων, ποὺ ἔχουν τὴν ἀνάγκη διδασκαλίας. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐγώ, ἂν καὶ δὲν ἔχω λόγους καὶ μάλιστα τέτοιους λόγους, ἀλλὰ χάριν ὑπακοῆς καὶ γιὰ νὰ πράξῳ τὴν ἐντολὴν Ἐκείνου ποὺ εἶπε, ὅπως «δίδωμεν τῷ αἰτοῦντι» (Ματθ. ε’42), φανερώνοντας ἔτσι τὴν πρόθεσί μου, θὰ ἀποδώσω τὸ χρέος τῆς κατὰ Χριστὸν ἀγάπης. Γνώριζε, λοιπόν, ὦ Ἱερὰ Πρεσβῦτις, μᾶλλον δέ, ἀπὸ σένα ἂς μανθάνουν οἱ παρθένες, οἱ ὁποῖες ἐπροτίμησαν νὰ ζοῦν κατὰ Θεόν, ὅτι ὑπάρχει θάνατος καὶ σὲ αὐτὴ τὴν ψυχὴ ἀκόμη, ἡ ὁποία εἶναι ἐκ φύσεως ἀθάνατος· ὅπως καὶ ὁ ἠγαπημένος Θεολόγος λέγει· «ἔστιν ἁμαρτία πρὸς θάνατον καὶ ἔστιν ἁμαρτία μὴ πρὸς θάνατον» (Α’Ἰω. ε’, 16-17). Θάνατο δὲ ἐδῶ, ἐννοεῖ βεβαίως τὸν ψυχικόν. Καὶ ὁ Μέγας Παῦλος λέγει, ὅτι «ἡ λύπη ἡ κατὰ κόσμον γεννᾷ τὸν θάνατον», ψυχικόν (Β'Κορ. ζ', 10). Καὶ πάλιν, «ἔγειραι ὁ καθεύδων καὶ ἀνάστα ἐκ τῶν νεκρῶν καὶ ἐπιφαύσει σοι ὁ Χριστός» ( Ἐφεσ. ε’, 14) ἀπὸ ποίους νεκροὺς προστάζει νὰ ἐγερθῇ; Ἀπὸ ἐκείνους πάντως τοὺς νεκρούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀποθάνει γιὰ τίς σαρκικὲς ἐπιθυμίες, ποὺ «στρατεύονται κατὰ τῆς ψυχῆς». Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος σὰν νεκροὺς ἐχαρακτήρισεν ἐκείνους, ποὺ ζοῦν μέσα στὴν ματαιότητα τοῦ κόσμου τούτου. Σ᾿ἐκεῖνον δὲ ἀπὸ τοὺς μαθητές, ποὺ ἐζήτησε νὰ θάψῃ τὸν πατέρα του, δὲν ὑπεχώρησε, ἀλλὰ ἔδωσε ἐντολὴ ν᾿ἀφήση τοὺς νεκροὺς (κατὰ τὴν ψυχὴ) νὰ θάπτουν τοὺς νεκροὺς (κατὰ τὸ σῶμα). Ὁ Κύριος νεκροὺς ὠνόμασε τοὺς ζῶντας μὲν σωματικῶς καὶ νεκρωμένους στὴν ψυχή. Ὅπως δηλαδὴ ὁ χωριστμὸς τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα εἶναι ὁ θάνατος τοῦ σώματος, ἔτσι ἀκριβῶς ὁ χωρισμὸς τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν ψυχὴν εἶναι θάνατος τῆς ψυχῆς. Καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ πραγματικὸς θάνατος, ὁ ψυχικός. Αὐτὸν τὸν θάνατον ἐσήμαινε καὶ μὲ τὴν ἐντολὴ στὸν Παράδεισο, ὅταν ἔλεγεν ὁ Θεὸς πρὸς τὸν Ἀδὰμ ὅτι «ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγῃς ἀπὸ τοῦ ἀπηγορευμένου ξύλου, θανάτῳ ἀποθανῇς» (Γεν. β', 17). Διότι τότε ἐνεκρώθη ἡ ψυχή του μὲ τὴν παράβασι, μὲ τὸν χωρισμό της ἀπὸ τὸν Θεόν. Ὡς πρὸς τὸ σῶμα ζοῦσε καὶ μέχρι τῆς ἡλικίας τῶν ἐννεακοσίων τριάκοντα ἐτῶν. Ὁ θάνατος τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὴν παράβασιν, ὄχι μόνον ἀχρηστεύει τὴν ψυχὴ καὶ κάμνει καταραμένο τὸν ἄνθρωπον, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ σῶμα καθιστᾶ ἐμπαθές, πολύμοχθο καὶ φθαρτό. Καὶ τελικῶς τὸ παραδίδει στὸν θάνατον. Διότι τότε, μετὰ τὴν νέκρωσι τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν παράβασιν, ἄκουσε ὁ χωματένιος πλέον Ἀδὰμ ὅτι «ἐπικατάρατος ἡ γῆ ἐν τοῖς ἔργοις σου, ἀκάνθας καὶ τριβόλους ἀνατελεῖ σοι· καὶ ἐν τῷ ἰδρώτι τοῦ προσώπου σου φαγῇ τὸν ἄρτον σου, ἕως τοῦ ἐπιστρέψαι εἰς γῆν ἐξ ἧς ἐλήφθης· ὅτι γῆ εἶ, καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ» (Γεν. γ',19). Ἂν δὲ καὶ κατὰ τὴν προσδοκωμένη δευτέρα παρουσία καὶ ἀνάστασι τῶν δικαίων θὰ ἀναστηθοῦν καὶ τὰ σώματα τῶν ἀνόμων καὶ ἁμαρτωλῶν, ἀλλὰ τοῦτο θὰ γίνῃ γιὰ νὰ παραδοθοῦν στὸν «δεύτερον θάνατον» (Ἀποκ. κ'14), στὴν αἰώνιον ἐκείνη κόλασι, στὸν ἀκοίμητο σκώληκα, στὸν βρυγμὸ τῶν ὀδόντων, στὸ ἐξώτερο καὶ ψηλαφητὸ σκότος, στὴην σκοτεινὴ καὶ ἄσβεστη φλόγα τῆς γεένης τοῦ πυρός, συμφώνως μὲ τὸν Προφήτη Ἱερεμία ποὺ λέγει, ὅτι «ἐκκαυθήσονται οἱ ἄνομοι καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ ἅμα καὶ οὑκ ἔσται ὁ σβέσων» ( Ἱερ. δ',4). Αὐτὸ εἶναι ὁ «δεύτερος θάνατος», ὅπως ἀκριβῶς μᾶς ἐδίδαξε στὴν Ἀποκάλυψιν ὁ Ἰωάννης. Ἄκουσε, λοιπόν, τί λέγει καὶ ὁ Μεγάλος Παῦλος: «εἰ κατὰ σάρκα ζῆτε μέλλετε ἀποθνήσκειν· εἰ δὲ πνεύματι τὰς πράξεις τοῦ σώματος θανατοῦσθε, ζήσεσθε» (Ρωμ. η'13). Ἐδῶ ζωὴ καὶ θάνατο, λέγει τὸν αἰώνιο· ζωὴ μὲν τὴν ἀπόλαυσι τῆς αἰωνίου Βασιλείας, θάνατο δὲ τὴν αἰώνιο κόλασι. Ἡ παράβασις τῆς θείας ἐντολῆς, ἑπομένως, ἀποβαίνει αἰτία τοῦ διπλοῦ θανάτου, τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, καὶ κατὰ τὴν ἀτελείωτην ἐκείνη κόλασι. Καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ πραγματικὸς θάνατος, τὸ νὰ χωρισθῇ ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὴ θεία Χάρι καὶ νὰ συζευχθῇ μὲ τὴν ἁμαρτία. Αὐτὸς ὁ θάνατος γιὰ τοὺς φρονίμους εἶναι ἀποκρουστικὸς καὶ φρικώδης. Αὐτὸς στοὺς νουνεχεῖς εἶναι ὁ φρικωδέστερος ἀπὸ τίς κολάσεις τῆς γεένης. Αὐτὸν τὸν θάνατον ἂς ἀποφύγωμε καὶ ἐμεῖς μὲ ὅλη τὴν δύναμί μας. Λοιπόν, ἂς τὰ ἀπορρίψωμε ὅλα, ἂς παραμερίσωμε τὰ πάντα, ἂς ἀποταχθῶμε ἀπὸ πάντων. Καὶ ἀπὸ σχέσεις καὶ ἀπὸ πράξεις καὶ ἀπὸ θελήματα, καὶ ἀπὸ ὅσα μᾶς ἔλκουν κάτω καὶ μᾶς χωρίζουν ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ὅσα συνιστοῦν ἕνα τέτοιο θάνατον. Αὐτὸς ποὺ ἐφοβήθη τὸν αἰώνιο θάνατο καὶ διεφύλαξε τὴν ψυχή του ἀπὸ ἁμαρτίες, δὲν φοβᾶται τὸν φυσικὸ θάνατο, διότι ἐνοικεῖ ἐντός του ἡ ζωὴ τῆς Χάριτος, ἡ ὁποία μὲ τὸν φυσικὸ θάνατο καθίσταται μόνιμη καὶ ἀναφαίρετη. Ὅπως ὁ θάνατος τῆς ψυχῆς εἶναι ὁ κυρίως θάνατος, ἔτσι καὶ ἡ ζωὴ τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ ὄντως ζωή. ΖΩΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ Η ΕΝΩΣΙΣ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟΝ Ζωὴ τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ μὲ τὸν Θεὸν ἕνωσις. Διότι ὅπως μὲ τὴν παράβασι τῶν πρωτοπλάστων, χωρισθεῖσα ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὸν Θεὸν ἐνεκρώθη, ἔτσι μὲ τὴν ὑπακοὴ στὶς ἐντολές, ἑνουμένη μὲ τὸν Θεὸ ζωοποιεῖται. Γι᾿αὐτὸ λέγει, ὁ Κύριος, στὰ Εὐαγγέλια, ὅτι «τὰ ρήματα ἃ ἐγὼ λαλῶ πνεῦμά ἐστι καὶ ζωὴ ἐστιν» ( Ἰω. στ'63). Αὐτὸ δὲ καὶ ὁ Ἀπόστολος Πέτρος μαθὼν ἐκ πείρας, ἔλεγε πρὸς τὸν Κύριον ὅτι «ῥήματα ζωῆς αἰωνίου ἔχεις» ( Ἰω. στ'68). Ἀλλὰ εἶναι ρήματα ζωῆς αἰωνίου σὲ ἐκείνους ποὺ ὑπακούουν. Σὲ ἐκείνους δὲ ποὺ παρακούουν, αὐτὴ ἡ ἐντολὴ τῆς ζωῆς γίνεται αἰτία θανάτου, ὅπως λέγει ὁ Παῦλος (Ρωμ. ζ' 10). Ἔτσι καὶ οἱ Ἀπόστολοι, Χριστοῦ εὐωδία ὑπάρχοντες, στοὺς ἀναξίους ἦσαν ὀσμὴ θανάτου, στοὺς ἀξίους δὲ ὀσμὴ ζωῆς» (Β'Κορ. β',16). Ἡ ζωὴ δὲ αὐτή, δὲν εἶναι μόνον ζωὴ τῆς ψυχῆς, ἀλλὰ καὶ τοῦ σώματος, διότι καθιστᾶ ἀθάνατο καὶ τὸ σῶμα, μὲ τὴν ἀνάστασι. Ἐπειδὴ δὲν τὸ ἀπολυτρώνει ἁπλῶς ἀπὸ τὴν θνητότητα, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν ἄληκτο θάνατο, δηλαδὴ ἀπὸ αὐτὴ ταύτη τὴν αἰώνιο κόλασι. Χαρίζει δηλαδὴ καὶ στὸ σῶμα τὴν ἐν Χριστῷ αἰώνιο ζωή, τὴν ὄντως ἀθάνατη. Διότι ὅπως ἐπηκολούθησε ὁ θάνατος τοῦ σώματος τὸν θάνατο τῆς ψυχῆς, ἀπὸ τὴν παράβασι καὶ τὴν ἁμαρτία, ὁ ἄνθρωπος ἐπέτρεψε στὴ γῆ καὶ ἔγινε χῶμα καὶ μετὰ τὸν σωματικὸ θάνατο πάλι ἐπηκολούθησε ἡ καταδίκη τῆς ψυχῆς στὸν ἅδη, ἔτσι καὶ μετὰ τὴν ἀνάστασι τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἐπιστροφὴ πρὸς τὸν Θεό, μὲ τὴν ὑπακοὴ τῶν Θείων ἐντολῶν, θὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ ἀνάστασις τοῦ σώματος καὶ θὰ ἑνωθῇ τὸ σῶμα πάλι μὲ τὴν ψυχή. Μετὰ τὴν ἀνάστασιν αὐτὴ θὰ ἀκολουθήσῃ ἡ πραγματικὴ ἀφθαρσία καὶ οἱ ἄξιοι θὰ εἰσέλθουν στὴν αἰωνιότητα τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ μεταστοιχειωθοῦν ἀπὸ σαρκικοὺς σὲ πνευματικοὺς καὶ θὰ ζοῦν ὅπως οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ. Διότι λέγει ὁ Παῦλος, «ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα καὶ οὕτω πάντοτε σὺν Κυρίῳ ἐσόμεθα» (Α’Θεσσ. δ'17). Ὅπως δηλαδὴ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἐκ φιλανθρωπίας ἔγινεν ἄνθρωπος, ἀπέθανε καὶ ἐχωρίσθη ἡ ψυχή του ἀπὸ τὸ σῶμα του, χωρὶς ὅμως νὰ χωρισθῇ καὶ ἡ θεότης Του ἀπὸ αὐτὸ - γι᾿αὐτὸ καὶ ἀνέστησε τὸ σῶμα Του καὶ τὸ παρέλαβε στὸν Οὐρανὸν ἐν δόξῃ - ἔτσι θὰ συμβῇ καὶ μὲ τοὺς εὐαρεστήσαντες στὸν Θεὸν ἐδῶ. Ἐπειδή, δηλαδή, αὐτοὶ ποὺ δὲν χωρίζονται ἀπὸ τὸν Θεόν, ὅταν ἀποχωρίζονται ἀπὸ τὸ σῶμα των, κατὰ τὴν ἀνάστασι θὰ παραλάβουν καὶ τὸ σῶμα των πλησίον τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ εἰσέλθουν μαζὶ μὲ ἀνέκφραστη χαρὰ ἐκεῖ, «ὅπου πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν εἰσῆλθεν Ἰησοῦς» (Ἑβρ. στ'20), γιὰ ν᾿ἀπολαύσουν καὶ τὴν μέλλουσα νὰ ἀποκαλυφθῇ δόξα ἐν Χριστῷ. Βεβαίως, ὄχι μόνο τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου κοινωνοὶ θὰ γίνουν, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀναλήψεως καὶ θὰ μετάσχουν τῆς θείας ζωῆς Του. Ὅμως δὲν θὰ συμβῇ τὸ ἴδιο καὶ μὲ ἐκείνους, ποὺ ἔζησαν ἁμαρτωλὰ ἐδῶ καὶ εὑρέθησαν κατὰ τὴν ὥραν τοῦ θανάτου χωρὶς καμία κοινωνία μὲ τὸν Θεόν. Καὶ ναὶ μὲν πάντες θὰ ἀναστηθοῦν, ἀλλ᾿ ὅπως λέγει ὁ Παῦλος, «ἕκαστος ἐν τῷ ἰδίῳ τάγματι». Ἐκεῖνος ποὺ ἐθανάτωσε τίς ἁμαρτωλὲς πράξεις τοῦ σώματος ἐδῶ μὲ τὴ Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, θὰ ζήση ἐκεῖ μὲ τὸν Χριστὸ αἰωνίως τὴν θείαν ὄντως ζωή. Ἐκεῖνος δὲ πάλι ποὺ ἔκανε ἀνενέργητην ἐδῶ τὴν Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ σαρκικὲς ἐπιθυμίες καὶ πάθη, ἀλλοίμονον, θὰ συγκαταδικάζεται ἐκεῖ μὲ τὸν δημιουργὸν καὶ αἴτιον τῆς κακίας, παραδιδόμενος στὴν ἀφόρητη καὶ ἀσύληπτη σὲ φρίκη κόλασι, ὅπερ σημαίνει τὸν «δεύτερον θάνατον» καὶ ἀδιάδοχον. Ἄλλωστε, ποῦ ἔγινεν ἡ ἀρχὴ τοῦ πραγματικοῦ θανάτου, ἡ ὁποία ἐπροξένησε καὶ στὴν ψυχὴ καὶ στὸ σῶμα, τόσον τὸν πρόσκαιρον ὅσον καὶ τὸν αἰώνιο θάνατον; Δὲν ἔγινε στὴν περιοχὴ τῆς ζωῆς (μέσα στὴν Ἐδέμ); Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀμέσως τότε, ἀλλοίμονον, ὁ ἄνθρωπος κατεδικάσθη σὲ ἐξορία ἀπὸ τὸν Παράδεισο τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ οἰκειώθη ζωὴ θανατηφόρα ποὺ δὲν ἅρμοζε πρὸς τίς θεῖες συνθῆκες τοῦ Παραδείσου. Ἑπομένως, καὶ ἡ πραγματικὴ ζωή, ποὺ προξενεῖ καὶ στὴν ψυχὴ καὶ στὸ σῶμα τὴν ἀθάνατη καὶ ἀληθινὴ ζωή, σὲ αὐτὴ τὴν γῆ τοῦ θανάτου πρέπει νὰ κάμῃ τὴν ἀρχή της. Καὶ ὅποιος δὲν ἀγωνίζεται νὰ ἀποκτήσῃ τὴν Ζωὴν αὐτὴ στὴν ψυχή του ἀπὸ τώρα, ἂς μὴ ἐξαπατᾶ τὸν ἑαυτό του μὲ μάταιες ἐλπίδες, ὅτι τάχα θὰ τὴν λάβη ἐκεῖ. Οὔτε νὰ ἐλπίζῃ, ὅτι θὰ δεχθῇ τὴν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ κατὰ τὴν ὥρα τῆς Κρίσεως. Διότι τότε θὰ εἶναι καιρὸς ἀποκαλύψεως καὶ τιμωρίας, ὄχι συμπαθείας καὶ ἐλέους· θὰ εἶναι καιρὸς ἀποκαλύψεως τοῦ θυμοῦ, τῆς ὀργῆς, τῆς δικαιοκρισίας τοῦ Θεοῦ· καιρός, ὅπου θὰ ἀποκαλυφθῇ ἡ «κραταιὰ καὶ ὑψηλὴ χείρ» ( Ἡσ.ε’,25 κ.ἄ.), κινουμένη σὲ κόλασι τῶν ἀπειθῶν. Ἀλλοίμονο σὲ ὅποιον ἐμπέσει «εἰς χεῖρας τοῦ ζῶντος Θεοῦ». Ἀλλοίμονο σ᾿ ἐκεῖνον, ποὺ θὰ λάβῃ πεῖρα τοῦ θυμοῦ τοῦ Κυρίου ἐκεῖ καὶ δὲν θὰ γνωρίσῃ ἀπ᾿ ἐδῶ μὲ τὸ θεῖο φόβο, τὸ κράτος τῆς ὀργῆς Του. Ἀλλοίμονο σ᾿ ἐκεῖνον ποὺ δὲν θὰ ἔχη ἀποκτήση μὲ τὰ ἔργα του, τὴν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἐμπειρία, ὅτι θὰ τύχῃ φιλανθρώπου μεταχειρίσεως ἀπὸ τὸν Θεόν. Διότι, γι᾿ αὐτὸ τὸ τελευταῖο, μόνος ὁ καιρὸς τῆς παρούσης ζωῆς εἶναι κατάλληλος. ΚΑΙΡΟΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ Η ΠΑΡΟΥΣΑ ΖΩΗ Γι᾿αὐτὸν τὸν λόγο, λοιπόν, μᾶς παρεχώρησεν ὁ Θεὸς καὶ τὴν παροῦσα ζωή, προσφέροντας εὐκαιρία μετανοίας. Διότι ἂν δὲν ὑπῆρχε ἡ δυνατότης μετανοίας, ἀμέσως μόλις ἁμάρτανεν ὁ ἄνθρωπος, θὰ ἐστερῆτο καὶ τὴν παροῦσα ζωή. Διότι ποιὸ θὰ ἦταν τὸ ὄφελος ἀπὸ αὐτὴ τὴν πρόσκαιρη ζωή; Γι᾿αὐτὸ δὲν ἐπιτρέπεται καθόλου στοὺς ἀνθρώπους νὰ ἀπελπίζωνται, μολονότι ὁ πονηρός, μὲ ποικίλα τεχνάματα, ὁδηγεῖ σὲ ἀπόγνωσιν, ὄχι μόνο τοὺς ἀμελεῖς πνευματικῶς, ἀλλ᾿ ἐνίοτε καὶ τοὺς ἀγωνιζομένους. Εἶναι φανερό, λοιπόν, ὅτι αὐτὸ τοῦτο τὸ γεγονὸς τῆς παρατάσεως τῆς ζωῆς ἑκάστου ἀνθρώπου, ποὺ ἁμάρτησεν, ἀποτελεῖ ἐγγύησι, γιὰ ὅποιον θέλει νὰ ἐπιστρέψῃ στὸν Θεόν, ὅτι θὰ τὸ ὑποδεχθῇ, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ὁ καιρὸς τῆς παρούσης ζωῆς, εἶναι καιρὸς μετανοίας. Διότι συνυπάρχει μονίμως μὲ τὴν παροῦσα ζωὴ ἡ ἐλευθερία τῆς βουλήσεως. Καὶ στὴν ἐλευθέρα βούλησι ἀπόκειται ἡ ἐκλογὴ τῆς ὁδοῦ τῆς ζωῆς ἢ τοῦ θανάτου, ποὺ περιεγράφη ἀνωτέρω. Εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ προτιμήσῃ κανεὶς ὅ,τι θέλει. Ποῦ, λοιπόν, νὰ εὔρῃ τόπον ἡ ἀπελπίσια, ἐφ᾿ὅσον διαρκῶς καὶ ὅλοι εἶναι δυνατόν, ὅποτε θελήσουν, ν᾿ἀποκτήσουν τὴν αἰώνιο ζωή; Βλέπεις τὸ μέγεθος τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ; Δὲν μᾶς τιμωρεῖ ἀμέσως, κατὰ δίκαιο λόγον, ἐμᾶς οἱ ὁποῖοι παρέβημεν τὸ θέλημά Του, ἀλλὰ μακροθυμῶντας προσφέρει καιρὸ μετανοίας. Κατὰ τὸν καιρὸ τῆς μακροθυμίας, μᾶς δίδει τὴν δυνατότητα, ἐὰν θελήσωμε, νὰ γίνωμε υἱοὶ Θεοῦ. Τί ἐννοῶ υἱοθεσία; Νὰ ἑνωθοῦμε μὲ Αὐτὸν καὶ νὰ γίνωμεν ἕν πνεῦμα. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη κατὰ τὸν καιρὸ τοῦτο τῆς μακροθυμίας ἐμεῖς βαδίζωμε τὴν ἀντίθετην ὁδὸ καὶ ἀγαπήσωμε τὸν θάνατο περισσότερον ἀπὸ τὴν ζωὴ τὴν ἀληθινήν, ὁ Θεὸς δὲν μᾶς ἀφαιρεῖ τὴν δυνατότητα σωτηρίας, ἡ ὁποία μᾶς ἔχει δοθῆ. Καὶ ὄχι μόνο δὲν μᾶς τὴν ἀφαιρεῖ, ἀλλὰ καὶ μᾶς καλεῖ ἐκ νέου καὶ περιέρχεται ζητῶντας, γιὰ νὰ μᾶς ἐπαναφέρῃ στὰ ἔργα τῆς ζωῆς, ὅπως καὶ στὴν παραβολὴ τοῦ ἀμπελῶνος, ἀπὸ πρωΐας μέχρι καὶ αὐτῆς τῆς ἑσπέρας τοῦ βίου. Ἀλλὰ ποιὸς εἶναι αὐτός, ποὺ μᾶς προσκαλεῖ καὶ ὑπόσχεται μισθὸ σὰν σὲ ἐργάτες; Εἶναι ὁ Πατὴρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ «Θεὸς πάσης παρακλήσεως» (Β'Κορ. α’3). Ποιὰ ἡ ἄμπελος ἐντὸς τῆς ὁποίας μᾶς καλεῖ νὰ ἐργασθοῦμε; Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος εἶπε: «Ἐγὼ εἰμι ἡ ἄμπελος». Μάλιστα ἐπειδὴ δὲν δύναται νὰ προσέλθῃ κανεὶς στὸν Χριστόν, ἐὰν δὲν προσκαλέσῃ ὁ Πατήρ, καθὼς ὁ Ἴδιος λέγει στὸ Εὐαγγέλιο ( Ἰω. στ'44). Ποιοὶ εἶναι τὰ κλήματα; Ἐμεῖς. Ἄκουσε πάλι τὸν Ἴδιο νὰ λέγῃ: «Ὑμεῖς ἐστε τὰ κλήματα καὶ ὁ Πατήρ μου ὁ γεωργός ἐστιν» ( Ἰω. ιε', 1, 5). Ὁ Πατήρ, λοιπόν, μέσῳ τοῦ Υἱοῦ μᾶς συμφιλιώνει πρὸς τὸν ἑαυτό Του, μὲ τὴν συγχώρησι, ποὺ παρέχει στὶς ἁμαρτίες μας καὶ μᾶς προσκαλεῖ ὄχι σὰν ἁμαρτωλούς, ποὺ πράττουν ἄτοπα, ἀλλὰ σὰν ἀνέργους, μολονότι ἡ ἀργία εἶναι ἁμαρτία καὶ γιὰ τὰ μάταια λόγια, τὰ ὁποῖα ἡ Γραφὴ ὀνομάζει «ἀργοὺς λόγους» (Ματθ. ιβ'36). Ἀλλὰ ὅπως εἶπα, παραβλέπει ὁ Θεὸς τίς ἁμαρτίες τοῦ παρελθόντος ἑκάστου καὶ μᾶς προσκαλεῖ συνεχῶς καὶ ἐπιμόνως. Ἀλλὰ τί μᾶς καλεῖ νὰ κάμωμε; Νὰ ἐργασθοῦμε στὸν ἀμπελῶνα. Αὐτὸ σημαίνει νὰ ἐπιμεληθοῦμε τὰ κλήματα, δηλαδὴ τοὺς ἑαυτούς μας. Κατόπιν - ὤ ἀσύλληπτο μέγεθος φιλανθρωπίας - μᾶς ὑπόσχεται ἀμοιβὴ καὶ μᾶς τὴν παρέχει, ἂν καὶ κοπιάζωμε μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό μας. Προσέλθετε, λέγει, λάβετε ζωὴν αἰώνιο, τὴν ὁποία πλουσίως σᾶς προσφέρω. Καὶ τὸν μόχθο τῆς ὁδοιπορίας σας καὶ αὐτὸ μόνον, ὅτι θελήσατε νὰ λάβετε τὴν αἰώνιο ζωὴ ἀπὸ ἐμέ, θὰ ἀνταμείψω, σὰν νὰ σᾶς τὰ χρεωστῶ, προσωπικῶς. Ποιὸς δὲν ὀφείλει λύτρα σὲ ἐκεῖνον, ποὺ τὸν λυτρώνει ἀπὸ τὸν θάνατο; Ποιὸς δὲν ἐκφράζει εὐγνωμοσύνη σὲ ἐκεῖνον, ποὺ τοῦ χαρίζει τὴν ζωή; Ὁ Κύριος ὅμως ὑπόσχεται ἐπὶ πλέον νὰ προκαταβάλῃ καὶ μισθὸ καὶ μάλιστα ἀνέκφραστο μισθό. Διότι λέγει: «Ἐγὼ ἦλθον ἵνα ζωὴν ἔχωσι καὶ περισσὸν ἔχωσι». Τί εἶναι αὐτὸ τὸ «περισσόν»; Ὅτι ὄχι μόνο θὰ εἶναι ὁ Χριστὸς μαζί των, καὶ θὰ συζοῦν, ἀλλὰ θὰ τοὺς κάμῃ καὶ ἀδελφοὺς καὶ συγκληρονόμους. Αὐτό, λοιπόν, τὸ περισσόν, εἶναι πρόδηλον ὅτι ἀποτελεῖ τὸν μισθό, ὁ ὁποῖος παρέχεται σὲ ὅσους ἔσπευσαν νὰ ἐργασθοῦν στὴν ζωοποιὸν ἄμπελο καὶ ἀπετέλεσαν κλήματά Της καὶ ἐμόχθησαν γιὰ τοὺς ἑαυτοὺς των καὶ αὐτοκαλλιεργήθησαν. Τί ἔπραξαν; Πρῶτον μὲν ἐκλάδευσαν κάθε περιττὸ καὶ βλαβερό, τὸ ὁποῖο ἐμπόδιζε νὰ παραχθῇ καρπός, ἄξιος γιὰ τὴν θείαν ἀποθήκη. Ποιὰ εἶναι τὰ ἐμπόδια; Ὁ πλοῦτος, οἱ ἀπολαύσεις, ἡ ματαία δόξα, ὅλα τὰ μὴ μόνιμα καὶ παρερχόμενα, κὰθε πάθος τῆς ψυχῆς ἢ τοῦ σώματος βδελυρὸ καὶ πονηρό, ὅλοι οἱ ἐπηρμένοι λογισμοὶ τῆς διανοίας, κάθε ἄκουσμα καὶ κάθε θέαμα καὶ κάθε λόγος, ποὺ βλάπτουν τὴν ψυχή. Διότι ἐὰν κάποιος δὲν κλαδεύσῃ καὶ δὲν καθαρίσῃ μὲ μεγάλη προσοχὴ τὰ βλαστήματα αὐτὰ τῆς καρδίας, ἀδύνατο νὰ καρποφορήσῃ ζωὴν αἰώνιον. ΟΙ ΕΓΓΑΜΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΡΘΕΝΕΣ Εἶναι δυνατόν, λοιπόν, καὶ ὅσοι ζοῦν σὰν σύζυγοι νὰ φροντίζουν γιὰ τὴν ἀνωτέρω καθαρότητα, ἀλλὰ πάντως μὲ πολλὴ δυσκολία. Γι᾿αὐτὸ ὅλοι ὅσοι ἐλεήθησαν ἀπὸ τὸν Θεόν, ἀπὸ τὴν νεότητά των εἶδαν μὲ διαπεραστικὸ βλέμμα τῆς διανοίας τὴν αἰώνιο ζωὴ καὶ ἔγιναν ἐρασταὶ ἐκείνων τῶν ἀγαθῶν, ἀποφεύγουν τὸν γάμον, ὅπως ἐπιβάλλεται, ἐπειδή, κατὰ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου «ἐν τῇ ἀναστάσει οὔτε γαμοῦσιν οὔτε ἐκγαμίζονται, ἀλλ᾿ ὡς ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ εἰσιν» (Ματθ. κβ',30). Ὅποιος, λοιπόν, θέλει νὰ εἶναι ἄγγελος τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ γίνῃ ὅμοιος μὲ τοὺς υἱοὺς τῆς ἀναστάσεως ἐκείνης, καθιστᾷ τὸν ἑαυτό του ἀνώτερον ἀπὸ τὴν ἕνωσι τῶν σωμάτων. Εὐλόγως. Ἄλλωστε καὶ ἡ αἰτία τῆς προπατορικῆς ἁμαρτίας ἦταν ἡ σύζυγος (Γεν. γ'1-6). Ἐκεῖνοι, λοιπόν, ποὺ θέλουν νὰ μὴ δίδουν στὸν διάβολον οὐδέποτε οὐδεμίαν ἀφορμὴ ἀπὸ τὸν ἑαυτό των, πρέπει νὰ μὴ συνάπτουν γάμον. Ἐὰν δὲ λάβωμε ὑπ᾿ ὄψιν, ὅτι τὸ σῶμα μας δυσκόλως κατευθύνεται καὶ πειθαρχεῖ χάριν τῆς ἀρετῆς -μάλιστα καὶ ὡς ἐναντιούμενον ἐκ φύσεως τὸ ἔχομε μαζί μας - τί θὰ πάθωμε λοιπόν, ἐὰν αὐξήσωμε τίς δυσκολίες γιὰ τὴν ἀρετή, συνδεόμενοι μὲ πολλὰ καὶ διάφορα σώματα; Πῶς δὲ θὰ ἀποκτήσῃ τὴν ἐλευθερία τῆς ψυχῆς γιὰ τὴν ὁποίαν ἀγωνίζεται, ἐκείνη ποὺ δένεται μὲ σύζυγο, μὲ τέκνα καὶ συγγενεῖς; Πῶς θὰ σταθῇ ἀμέριμνα προσευχομένη στὸν Κύριον, ὅταν ἔχῃ ἀναλάβῃ τίς φροντίδες τόσων συγγενῶν; Πῶς θὰ ἔχῃ τὴν ἡσυχία τῆς ψυχῆς ἐνῶ ζεῖ μέσα σὲ τόσο πλῆθος; Γι᾿αὐτὸ καὶ πραγματικὴ παρθένος, νυμφευομένη τὸν Παρθένον ἐκ Παρθένου γεννηθέντα καὶ Νυμφίον ἐκείνων, ποὺ ἔζησαν γνησίως ἐν παρθενίᾳ, ἀποφεύγει ὄχι μόνο τὴν σαρκικὴ συζυγία, ἀλλὰ καὶ ὅλους τοὺς φίλους καὶ συγγενεῖς ἐγκαταλείπει, γιὰ νὰ δύναται νὰ λέγῃ μὲ παρρησία, μαζὶ μὲ τὸν Ἀπόστολο Πέτρο, «ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καὶ ἠκολουθήσαμέν σοι» (Λουκ. ιη', 28). Ἐὰν ἡ ἐπίγειος νύμφη, ἀφήνη πατέρα καὶ μητέρα, χάριν ἑνὸς φθαρτοῦ νυμφίου, καὶ προσκολλᾶται σὲ αὐτόν, τί παράδοξο θὰ ἔπραττε μία παρθένος, ἐάν, κατὰ τὴν Γραφή, κάμη καὶ αὐτὴ τὸ ἴδιο καὶ ἐγκαταλείψη τοὺς γονεῖς της, χάριν τοῦ ὑπερκοσμίου Νυμφίου καὶ τοῦ Νυμφῶνος Του; Πῶς ἐκείνη, τῆς ὁποίας «τὸ πολίτευμα» (Φιλιπ. γ',20) εὑρίσκεται στὸν οὐρανό, δύναται νὰ ἔχῃ συγγένεια πάνω στὴ γῆ; Πῶς θὰ ἔχῃ σαρκικὸ πατέρα ἢ μητέρα ἢ ἐξ αἵματος συγγενεῖς, ἐφ᾿ὅσον δὲν εἶναι τέκνο σαρκός, ἀλλὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος; Πῶς ἡ παρθένος, ἡ ὁποία διέσπασε κάθε σχέσι μὲ τὸ σῶμα, ἀγωνιζομένη, κατὰ τὸ δυνατόν, νὰ ἀποξενωθῇ ἀπὸ αὐτὸ - ἀφοῦ ἔχει ἐγκαταλείψει τὸν κατὰ σάρκα βίο δύναται νὰ ἔχῃ σχέσι μὲ ἀλλότρια σώματα; Ἂν καὶ ἡ ὁμοιότης καὶ τὸ συγγενὲς δημιουργοῦν ἀγάπη -κατὰ τὸ ἀρχαῖον ρητόν, «ὁμοιότης φιλότης» - καὶ τὸ ὅμοιον ἕλκεται πρὸς τὸ ὅμοιον, πῶς ἡ παρθένος θὰ ἐπιστρέψῃ σὲ σαρκικὲς συγγένειες καὶ πάλι νὰ γίνῃ φιλόκοσμος; Ὁ Παῦλος, ὁ νυμφοστόλος τοῦ πνευματικοῦ Νυμφῶνος, λέγει ὅτι «ἡ φιλία τοῦ κόσμου εἶναι ἔχθρα εἰς τὸν Θεόν» (Ρωμ. η’6). Ἑπομένως, ἡ παρθένος θὰ κινδυνεύση ὄχι μόνο νὰ χωρισθῇ ἀπὸ τὸν ὑπερκόσμιο Νυμφίον, ἀλλὰ νὰ καταστῇ καὶ ἐχθρά. Καὶ μὴν ἀπορήσης οὔτε νὰ στενοχωρεθῇς, ἂν ἡ Γραφὴ τίς μὲν γυναῖκες ποὺ ζοῦν ἐν συζυγία, καὶ μεριμνοῦν τὰ τοῦ κόσμου καὶ ὄχι τὰ τοῦ Θεοῦ, δὲν κατηγορεῖ, σὲ αὐτὲς δέ, ποὺ ὑπεχέθησαν στὸν Θεὸ παρθενία, ἀπηγορεύθη ἐντελῶς νὰ ἔχουν σχέσι μὲ τὸν κόσμο κὰ νὰ ζοῦν μὲ ἄνεσι σωματική. Ἂν καὶ ὁ Παῦλος γιὰ τοὺς συζύγους, λέγει ὅτι «ὁ καιρὸς εἶναι συνεσταλμένος, ὅπως καὶ οἱ ἔχοντες γυναῖκας εἶναι σὰν τοὺς μὴ ἔχοντας καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ζοῦν εἰς τὸν κόσμον νὰ μὴν κάμνουν κατάχρησιν τοῦ κόσμου» (Κορ. ζ', 29-31) - τὸ ὁποῖον, ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι δυσκολότερο, παρὰ γιὰ τοὺς ἀγωνιζομένους μέσα στὴν παρθενία. Διότι ἡ πεῖρα ἀποδεικνύει, ὅτι πλέον εὔκολος εἶναι ἡ νηστεία ἀπὸ τὴν ἐγκράτεια τῶν ἡδονικῶν τροφῶν καὶ ποτῶν. Δύναται κάποιος νὰ πῇ, ἀλήθεια καὶ δίκαια, τὸ ἑξῆς: Ἐὰν θέλη νὰ σωθῇ κανείς, αὐτὸς πρέπει νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ὁ παρθενικὸς βίος εἶναι πλέον ὠφέλιμος καὶ πλεόν ἄκοπος ἀπὸ τὸν συζυγικό. Γιὰ ἐκεῖνον, ποὺ ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς του, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ποῦμε τίποτε. ΟΥΔΕΜΙΑ ΣΥΓΓΕΝΕΙΑ ΣΑΡΚΙΚΗ ΤΗΣ ΝΥΜΦΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ Ἀλλ᾿ ἂς ἀφήσωμεν αὐτά, παρθένε, νύμφη Χριστοῦ, κλῆμα τῆς ἀμπέλου τῆς ζωῆς, καὶ σκέψου ἐκεῖνο ποὺ ἐλέχθη πιὸ πάνω. Λέγει ὁ Κύριος: «Ἐγὼ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τὰ κλήματα· ὁ Πατήρ μου γεωργός ἐστι· πᾶν κλῆμα ἐν ἐμοὶ καρπὸν φέρον, καθαίρει αὐτό, ἵνα πλείονα καρπὸν φέρῃ» ( Ἰω. ιε',1 κ. ἑ.). Αὐτά, λοιπόν, ἔχε σὰν ἀπόδειξι τῆς πρὸς σὲ ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος ἐπιμελεῖται τοῦ καρποῦ τοῦ παρθενικοῦ βίου σου. Χαῖρε, λοιπόν, γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Νυμφίου σου καὶ φρόντιζε μὲ περισσότερη θερμὴ νὰ ἐκτελῆς τίς ἐντολές Του. Ἄλλωστε, ὅταν ὁ χρυσὸς ἑνωθῇ μὲ τὸν χαλκὸ λέγεται κίβδηλος. Ὅταν ὅμως ὁ χαλκὸς ἐπιχρυσωθῆ, τότε φαίνεται ὡραιότερος καὶ στιλπνότερος. Αὐτὸ συμβαίνει καὶ μὲ ἐσένα, ὧ παρθένε. Ὅταν οἱ ἔγγαμες ποθοῦν τὸν βίο καὶ ἀγαποῦν τὴν ἀρετή σου, εἷναι σ᾿αὐτὲς δόξα καὶ ἔπαινος. Ὅταν ὅμως σὺ ποθεῖς τὸν βίον ἐκείνων, τοῦτο προκαλεῖ σὲ σένα ἀτιμία. Ἐπιθυμεῖς νὰ ἐπιστρέψῃς πάλι στὸν κόσμο. Καὶ τοῦτο, διότι θέλεις νὰ συζῇς μὲ τοὺς ἐν κόσμῳ ζῶντας, σὺ ἡ ὁποία ἀπέθανες γιὰ τὸν κόσμο. Καὶ ἐπειδὴ θὰ εἶσαι μαζί των. Δηλαδή, ἀφθονία ἀγαθῶν, πλοῦτο, ὄνομα, δόξα καὶ εὐφροσύνη. Καὶ ἔτσι ἀναποφεύκτως θὰ ἐκπέσης τοῦ Νυμφίου σου. Ὁ Χριστὸς ὅλα αὐτὰ ταλανίζει στὸ Εὐαγγέλιο, λέγοντας «οὐαὶ οἱ πλουτοῦντες, οὐαὶ οἱ γελῶντες, οὐαὶ οἱ ἐμπεπλησμένοι, οὐαὶ ὅταν καλῶς ὑμᾶς εἴπωσι πάντες οἱ ἄνθρωποι» (Λουκ στ',26). Πῶς, λοιπόν, ταλανίζει; Ὄχι διότι ὅλοι αὐτοὶ εἶναι νεκροὶ στὴν ψυχή; Ποιά, λοιπόν, συγγένεια ὑπάρχει τῆς νύμφης τῆς ζωῆς μὲ τοὺς νεκρούς; Ποιὰ σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ ἐκείνων, ποὺ βαδίζουν ἀντιθέτους δρόμους; Εἶναι ὄντως «πλατεῖα καὶ εὑρύχωρος» (Ματθ. ζ',13) ἡ ὁδός, τὴν ὁποία βαδίζουν. Καὶ ἂν δὲν συγκρατήσουν τοὺς ἑαυτούς των στὸν ὀλισθηρὸ δρόμο των γιὰ νὰ πάρουν κάτι ἀπὸ τὴν ἀσκητικὴ σου ζωή, θὰ χάσουν ἐντελῶς τὴν ψυχή των. Σὺ εἰσέρχεσαι στὴν ζωὴ «διὰ τῆς στενῆς καὶ τεθλιμμένης πύλης» καὶ ὁδοῦ. Ἀδύνατον ὅμως, νὰ διέλθῃ κάποιος ἀπὸ τὴν στενὴ καὶ τεθλιμμένη πύλη καὶ ὁδὸ ἂν δὲν ἀπορρίψῃ τὸν ὄγκο τῆς δόξης, τίς ἕκλυτες ἡδονές, τὸν φόρτο τῶν χρημάτων καὶ τῶν κτημάτων. Ἀλλὰ μὴ θεωρήσης χωρὶς λύπην αὐτὴ ποὺ ἀκούεις, σὰν πλατεία ὁδὸ τοῦ βίου. Διότι εἶναι γεμάτη ἀπὸ μεγάλες συμφορές. Τὴν ὀνομάζει πλατεία, ὁ Κύριος, καὶ εὐρύχωρο, «ὅτι πολλοὶ εἰσιν οἱ διερχόμενοι δι᾿αὐτῆς». Καὶ ἕκαστος ἀπὸ αὐτοὺς φέρει μαζί του ὁλόκληρο συρφετὸ ὑλικῶν πραγμάτων. Ἡ δική σου ὁδός, παρθένε, εἶναι βεβαίως στενή. Διότι δύο διερχομένους μαζὶ δὲν χωρεῖ. Αὐτὲς τίς ἀλήθειες, ὡς φαίνεται, διέγνωσαν πολλὲς ἔγγαμες, οἱ ὁποῖες, μετὰ τὴν χηρεία των, ἐζήλεψαν τὴν ὑπερκόσμια ζωή σου, ἀρνήθηκαν τὸν κόσμο καὶ ἀπεφάσισαν νὰ ἀκολουθήσουν τὴν ὁδό σου, γιὰ νὰ λάβουν καὶ αὐτὲς τὸ ἴδιο στεφάνι μὲ σένα. Αὐτὲς δὲ τίς χῆρες, ὁ Παῦλος, παραγγέλει νὰ τιμοῦν ἐπειδὴ προσκαρτεροῦν στὶς δεήσεις καὶ στὶς προσευχὲς μὲ ὁλόψυχην ἀφιέρωσι στὸν Θεόν (Α’Τιμ. ε’3). Ἐὰν βέβαια συνυπάρχῃ στὴν Μοναχικὴ ζωὴ κάτι τὸ κοπιῶδες, αὐτὸ φίνεται αἴτιο μισθαποδοσίας, παρέχει τὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν καὶ προξενεῖ τὴν αἰώνιο σωτηρία. Τοῦ κόσμου ὅμως καὶ τὰ εὐχάριστα καὶ τὰ λυπηρὰ εἶναι ἐκ ἴσου θανατηφόρα. Διότι λέγει ὁ Παῦλος, ὅτι «ἡ κατὰ κόσμον λύπη θάνατον κατεργάζεται», ἡ δὲ κατὰ Θεόν, γεννᾷ μετάνοια, ποὺ ὁδηγεῖ σὲ ἀναφαίρετη σωτηρία». «ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΙ ΠΤΩΧΟΙ ΤΩ ΠΝΕΥΜΑΤΙ» Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Κύριος, μακαρίζει τὰ ἀντίθετα ἀπὸ ἐκεῖνα, ποὺ θεωροῦνται ἀπὸ τὸν κόσμο καλά, λέγοντας «μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. ε’3). Γιατὶ μόλις εἶπε, μακάριοι οἱο πτωχοί, προσέθεσε «τῷ πνεύματι»; Γιὰ νὰ δείξῃ, ὅτι μακαρίζει τὴν μετριοφροσύνη τῆς ψυχῆς καὶ ὅτι αὐτὴν ἀγαπᾶ. Γιατὶ δὲν εἶπε, «μακάριοι οἱ πτωχοὶ τὸ πνεῦμα» - ἀφοῦ καὶ ἔτσι ἐδηλοῦτο ἡ μετριοφροσύνη - ἀλλά, «μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι»; Γιὰ νὰ μᾶς διδάξῃ, ὅτι καὶ ἡ φτώχεια ἡ ὑλικὴ εἶναι μακαριστὴ καὶ πρόξενος τῆς οὐρανίου Βασιλείας. Ὑπὸ τὴν προϋπόθεση ὅμως, ὅτι τὴν φτώχεια τοῦ σώματος ἀσκεῖ κανεὶς γιὰ τὴν ταπείνωση τῆς ψυχῆς. Ἡ φτώχεια μὲ τὴν ταπείνωσι νὰ εἶναι ἑνωμένη καὶ ἀπὸ τὴν ταπείνωσι νὰ προέρχεται. Ὁ Κύριος ἐμακάρισε τοὺς «πτωχοὺς τῷ πνεύματι», γιὰ νὰ ὑποδείξῃ, κατὰ τρόπον σαφῆ, ποιὰ εἶναι ἡ αἰτία, ἡ ρίζα, τῆς φανερῆς «πτωχείας» τῶν ἁγίων, δηλαδὴ τὸ ταπεινὸ πνεῦμα των. Αὐτὸ τὸ πνεῦμα τῶν ἁγίων, ἀφοῦ ἐνεκολπώθη τὴν χάρι τοῦ Εὐαγγελικοῦ κηρύγματος, ἔκτοτε ἀναβλύζει ἀφ᾿ ἑαυτοῦ ἄφθονα ὕδατα πνευματικῆς πτωχείας, τὰ ὁποῖα ποτίζουν «ἅπαν τὸ πρόσωπον τῆς γῆς», δηλαδὴ τὸν ἔξω ἄνθρωπο, τὸν ὁποῖο μεταβάλλουν σὲ παράδεισο ἀρετῶν. Ὁ Προφήτης Ἡσαΐας λέγει, ὅτι ὁ Κύριος «ἔδωκεν ἐπὶ τῆς γῆς λόγον συντετμημένον» ( Ἥσ. ε’23), δηλαδὴ ἀπεκάλυψε τὴν αἰτία τῆς ἑκουσίας καὶ πολύμορφης πτωχείας. Καὶ μὲ τὸν μακαρισμὸ «τῶν πτωχῶν τῷ πνεύματι» μὲ βραχυλογία ἐδίδαξε καὶ συμπεριέλαβε τὸ αἴτιο ἀπὸ τὸ ὁποῖο γεννᾶται, ἀλλὰ τὴν διέκρινε καὶ ἀπὸ τίς νοθεύσεις. Διότι δύναται κανεὶς νὰ εἶναι θεληματικῶς ἀκτήμων καὶ ἐξωτερικῶς ταπεινὸς καὶ ἐγκρατής, ἀλλὰ αὐτὰ νὰ γίνωνται γιὰ ἀνθρώπινη δόξα. Αὐτός, λοιπόν, δὲν εἶναι πτωχὸς «τῷ πνεύματι». Διότι ἡ ὑπόκρισις γεννᾶται ἀπὸ τὴν οἴησι. Καὶ ἡ οἴησις εἶναι ἀντίθετος ὁλοκληρωτικὰ ἀπὸ τὴν «ἐν πνεύματι πτωχείᾳ». Ἐκείνου δέ, ποὺ ἔχει πνεῦμα ταπεινό, μετριόφρον καὶ συντετριμένον, εἶναι ἀδύνατο νὰ μὴ φαίνεται καὶ ἐξωτερικῶς ὁ πλοῦτος τῆς ταπεινώσεώς του. Διότι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του ἀνάξιο νὰ δοξάζεται, νὰ ἔχῃ πλοῦτο καὶ ἄνεσι. Καὶ αὐτὸς ὁ μακαριστὸς ἀπὸ τὸν Θεὸ «πτωχός», ποὺ θεωρεῖ τὸν ἑαυτόν του ἀνάξιο γιὰ τιμὲς καὶ σωματικὴ ἄνεσιν, εἶναι ὄντως στὴν πληρότητα πτωχός, καὶ στὸ πνεῦμα καὶ στὴν ὑλικὴ φτώχεια. Γι᾿αὐτὸ καὶ ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς εἶπε, «Μακάριοι οἱ πτωχοί», χωρὶς νὰ προσθέσῃ «τῷ πνεύματι». Καὶ αὐτοὶ εἶναι ποὺ ἄκουσαν, ποὺ ἀκολούθησαν καὶ ἐμιμήθησαν ἐντελῶς τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, ποὺ λέγει· «μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι πρᾶός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ, και εὑρήσητε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν». Γι᾿αὐτὸ καὶ σ᾿αὐτοὺς ἀνήκει «ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν», ἐπειδὴ εἶναι «συγκληρονόμοι Χριστοῦ». ΤΟ ΤΡΙΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΘΗ Ἡ ψυχὴ εἶναι τριμερὴς καὶ διακρίνεται σὲ τρεῖς δυνάμεις, τὸ λογιστικό, τὸ θυμικὸ καὶ τὸ ἐπιθυμητικό. Καὶ ἐπειδὴ νοσεῖ καὶ στὰ τρία αὐτὰ μέρη, ὁ Χριστὸς θέλοντας νὰ τὴν θεραπεύσῃ ἄρχισε, ὅπως εἶναι ἑπόμενον, ἀπὸ τὸ τελευταῖο, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία. Διότι ἐκεῖνο ποὺ ἀνάπτει τὸν θυμὸ εἶναι ἡ ἐπιθυμία, ὅταν δὲν ἱκανοποιῆται. Ὅταν δὲ ἡ ψυχὴ νοσῆ κατὰ τὸ ἐπιθυμητικὸ καὶ τὸ θυμικό, τότε καὶ ἡ διάνοια λειτουργεῖ ὄχι μὲ ὑγεία. Ποτὲ δὲν θὰ ἰαθοῦν τὸ θυμικὸ καὶ τὸ λογιστικό, ἐὰν δὲν ἰαθῇ προηγουμένως τὸ ἐπιθυμητικό. Ἐπίσης καὶ τὸ λογιστικὸ δὲν θὰ λειτουργήση λογικῶς, ἐὰν πάλι δὲν θεραπεθοῦν τὸ θυμικὸ καὶ τὸ ἐπιθυμητικό. Ἐὰν ἐξετάση κανεὶς θὰ εὕρη ὅτι, ἡ φιλοκτημοσύνη εἶναι ὁ πρῶτος πονηρὸς καρπὸς ττοῦ ἐπιθυμητικοῦ. Ἡ φιλοκτημοσύνη γεννᾶται ἀπὸ τίς ἐπιθυμίες τῶν ἀνθρώπων, γιὰ νὰ ἔχουν τὰ πρὸς τὸ ζῆν, τίς ὁποῖες ἔχομε ἐκ φύσεως. Ἡ φιλοκτημοσύνη, σὰν φιλαργυρία, γεννᾶται ἀργότερα, ἀπὸ τὴν παιδικὴ σχεδὸν ἡλικία. Ὡς ἐκ τούτου ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν ἔχει τὴν ἀρχὴν ἀπὸ τὴν φύσιν, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν κακὴ προαίρεσι. Καὶ δικαίως ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὠνόμασε τὴν φιλαργυρία «ρίζα πάντων τῶν κακῶν» (Α'Τιμ. στ'10). Διότι ἡ φιλαργυρία συμβαίνει νὰ γεννᾶ τὰ ἑξῆς κακα· ἀνελεημοσύνες, καπηλεῖες, ἁρπαγές, ἀδικίες καὶ μὲ ἕνα λόγο κάθε εἶδος πλεονεξίας, τὴν ὁποίαν ὁ Παῦλος ἐχαρακτήρισε σὰν «δευτέραν εἰδωλολατρείαν». Ὑπάρχουν καὶ ἄλλα κακά, ποὺ δὲν γεννῶνται ἀπὸ τὴν φιλαργυρίαν, ἐν τούτοις αὐτὴ τὰ τρέφει καὶ ἐξ αἰτίας αὐτῆς ὑπάρχουν. Αὐτὰ δὲ ὅλα τὰ πάθη, ὅσα γεννῶνται ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὴν ὕλην εἶναι πάθη ψυχῆς, ὅταν στερεῖται τὴν ἀγαθοεργία. Πάντως αὐτὰ τὰ πάθη, ποὺ γεννῶνται ἀπὸ τὴν κακὴ προαίρεσι, θεραπεύονται εὐκολώτερα, ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἐκ φύσεως. Τὰ πάθη τῆς φιλαργυρίας καθιστᾶ δυσαπόβλητα ἡ ἀπιστία στὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Διότι ἐκεῖνος ποὺ δὲν πιστεύει στὴν Θεία Πρόνοια, στηρίζεται στὰ χρήματα. Καὶ ἐνῶ ἀκούει τὸν Κύριο νὰ λέγῃ «εὐκοπώτερόν ἐστι κάμηλον διὰ τρυπήματος ῥαφίδος εἰσελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν», αὐτὸς χωρὶς νὰ λαμβάνῃ ὑπ᾿ ὄψιν βασιλεία καὶ μάλιστα βασιλείαν οὐράνιο καὶ αἰώνιο, ποθεῖ πλοῦτο γήϊνο καὶ ἀσταθῆ. Αὐτὸς ὁ πλοῦτος εἶναι τέτοιας φύσεως, ὥστε ὅσοι τὸν ποθοῦν, νὰ βλάπτωνται στὴν ψυχή, ἔστω καὶ ἂν δὲν τὸν ἔχουν. Καὶ ὅπως λέγει ὁ Παῦλος, «οἱ βουλόμενοι πλουτεῖν ἐμπίπτουσιν εἰς πειρασμοὺς καὶ παγίδας τοῦ διαβόλου» (Α’Τιμ. στ'9). Ἀλλὰ καὶ ὑπάρχων ὁ πλοῦτος φαίνεται σὰν νὰ εἶναι ἀνύπαρκτος. Διψοῦν τὸν πλοῦτον αὐτοὶ ποὺ τὸν στεροῦνται, διότι δὲν γνωρίζουν τὴν μηδαμινότητά του. Ὁ κακὸς αὐτὸς ἔρωτας τοῦ πλούτου δὲν προέρχεται ἀπὸ τὴν κατάστασι τῆς φτώχειας, ἀλλὰ ἡ φτώχεια προέρχεται μᾶλλον ἀπὸ τὸν ἔρωτα τοῦ πλουτισμοῦ. Καὶ ὁ ἔρωτας αὐτὸς γεννᾶται ἀπὸ ἀφροσύνη, γι᾿αὐτὸ καὶ ὁ πλούσιος τοῦ Εὐαγγελίου, θέλοντας νὰ κατεδαφίσῃ τίς ἀποθῆκες καὶ νὰ οἰκοδομήσῃ μεγαλύτερες, δικαίως ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἄμυαλος ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ καὶ κοινὸ Δεσπότη (Λουκ. ιβ'18). Καὶ δὲν εἶναι ἄμυαλος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος, χάριν τοῦ ἀνωφελοῦς πλούτου του προδίδει τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς του καὶ ἀποβαίνει ἔτσι ἄσοφος ; Διότι λέγει ὁ Κύριος, «ὅτι οὐκ ἐν τῷ περισσεύειν τινί ἡ ζωὴ αὐτοῦ ἐστιν ἐκ τῶν ὑπαρχόντων αὐτοῦ» (Λουκ ιβ'15). Ο ΝΟΥΣ ΤΟΥ ΦΙΛΑΡΓΥΡΟΥ ΕΙΝΑΙ ΝΕΚΡΟΣ Δὲν ἔπρεπε μάλιστα (ὁ ἄμυαλος πλούσιος) νὰ περικόπτῃ ἀπὸ τίς προσωπικές του ἀνάγκες, γιὰ νὰ αὐξήσῃ τὸ κεφάλαιο ἑνὸς τόσον ἀποδοτικοῦ πνευματικοῦ ἐμπορίου ἢ πνευματικῆς καλλιεργείας; Ἡ ὁποία, πρὶν ἔλθῃ ἀκόμη ὁ καιρὸς τοῦ θερισμοῦ, ἀποδίδει ἑκατονταπλασίονα τὰ σπέρματα ποὺ κατεβλήθησαν στὴ γῆ. Καὶ ἡ πραγματικότης αὐτὴ προειδοποιεῖ γιὰ τὰ ἀνέκφραστα κέρδη, τὰ ὁποῖα θὰ ἀποκαλυφθοῦν κατὰ τὸν καιρὸ τοῦ θερισμοῦ. Καὶ τὸ ἐκπληκτικώτατον εἶναι, ὅτι τὰ σπέρματα αὐξάνονται τόσο περισσότερον, ὅσο φτωχότερος εἶναι ὁ σπορεύς. Ἑπομένως, οὔτε γιὰ δῆθεν ἀγαθοὺς σκοποὺς ἀπομένει δικαιολογία σὲ ὅσους ἐπιθυμοῦν νὰ πλουτοῦν. Ἀλλὰ προφανῶς, ἀφοῦ δὲν πιστεύουν στὸν Χριστό, ποὺ εἶπε «ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν» (Ματθ. στ'33) φοβοῦνται τὴν φτώχεια. Τὴν ὁποία φτώχεια ἔχουν ὡς πρόφασι καὶ οὐδέποτε ἀνακόπτονται στὴν νοσηρὴ καὶ φθειρομένη ἐπιθυμία τοῦ πλουτισμοῦ. Ἔστω καὶ ἂν ἀποκτήσουν πολλά. Πάντοτε συλλέγοντας, προσθέτουν ἐπάνω των φορτία ἀνωφελῆ, μᾶλλον δέ, ἐν ὅσῳ ἀκόμη ζοῦν, περιφέρουν παράδοξο τάφο. Διότι τοὺς μὲν νεκροὺς θάπτουν στὴν κοινὴ γῆ. Ὁ νοῦς ὅμως τοῦ «ζῶντος» φιλαργύρου θάπτεται μέσα στὸ χρυσό, ποὺ εἶναι ἐπίσης χῶμα. Καὶ ὁ τάφος αὐτὸς φαίνεται βρωμερώτερος ἀπὸ τοὺς τάφους τῶν νεκρῶν, σὲ ὅσους ἔχουν πνευματικὴ ὄσφρησι. Τόσο μάλιστα πιὸ πολὺ δυσώδης γίνεται, ὅσο περισσότερος χρυσὸς ρίπτεται πάνω στὸν τάφον. Ἡ δυσωδία αὐτή, εἶναι πιὸ δυνατὴ ἀπὸ τὰ σκεπασμένα στὴ γῆ σώματα, φθάνει καὶ μέχρις οὐρανοῦ, στοὺς Ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ καὶ στὸν Θεό. Γίνονται δὲ μισητοὶ στὸν Θεὸ γιὰ τὴν δυσωδία των, τοὺς ἀποστρέφεται ὁ Θεὸς καὶ ἐφαρμόζεται στοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς ὁ ψαλμός, ὁ ὀποῖος λέγει, ὅτι «ἀπὸ τὴν ἀφροσύνην των προσώζεσαν» - ἐβρώμησαν. (Ψαλμ. 37,6). Ἀπὸ τὸ βρωμερὸ καὶ νεκροποιὸν αὐτὸ πάθος, ἐλευθερώνει τοὺς ἀνθρώπους ἡ θεληματικὴ καὶ χωρὶς ἀνθρωπαρέσκεια ἀκτημοσύνη. Δηλαδὴ ἡ «ἐν πνεύματι πτωχείᾳ», ποὺ ἐμακάρισε ὁ Κύριος. Μοναχός, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ πάθος αὐτὸ εἶναι ἀδύνατο νὰ ὑποταγῇ. Ἂν μάλιστα ἐπιμένη σ᾿αὐτὸ, ὑπάρχει φόβος νὰ παραχωρήσῃ ὁ Θεὸς ἀνίατες σωματικὲς ἀσθένειες. Παραδείγματα σαφέστατα εἶναι, ἀπὸ μὲν τὴν Παλαιὰν Διαθήκην ὁ Γιεζῆ, ἀπὸ δὲν τὴν Καινὴ ὁ Ἰούδας. Ὁ μὲν Γιεζῆ ἐλεπρώθη ὁλόκληρος στὸ σῶμα, γιὰ ν᾿ἀποκαλυφθῇ ἡ ἀθεράπευτη ψυχή του (Βασ. ε’27) ὁ δὲ Ἰούδας στὸ «χωρίον αἵματος» ἀπηγχονίσθη, «πρηνὴς γενόμενος ἐλάκησε μέσος καὶ ἐξεχύθη τὰ σπλάχνα αὐτοῦ» (Πράξ. α’18). Ἐὰν ἡ ἀποταγὴ προηγεῖται τῆς ὑποταγῆς, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποταχθῇ κανεὶς ἐὰν δὲν ἐγκαταλείψῃ πάντα; Ἐὰν ὡς βάσις καὶ προϋπόθεσις τῆς Μοναχικῆς Πολιτείας εἶναι ἡ ἀκτημοσύνη, πῶς εἶναι δυνατόν, ὁ Μοναχός, νὰ διεξαγάγῃ πολέμους πνευματικούς, ἐὰν προηγουμένως δὲν ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τὰ χρήματα; Πῶς ὁ ἀδόκιμος στὴν ὑποταγὴ δύναται νὰ ἡσυχάσῃ μόνος σὲ Κελλὶ καὶ νὰ παραδοθῇ σὲ μόνη τὴν προσευχή; Ἀλλ᾿ὁ Κύριος λέγει: «ὅπου ὁ θησαυρός σου, ἐκεῖ καὶ ὁ νοῦς σου» (Ματθ. στ'21). Πῶς, λοιπόν, αὐτὸς ποὺ θησαυρίζει πάνω στὴν γῆ, θὰ ἀτενίση νοερῶς τὸν Χριστό, καθήμενον «ἐν δεξιᾷ τῆς μεγαλωσύνης ἐν ὑψηλοῖς»; Καὶ πῶς θὰ κληρονομήση τὴν βασιλεία, τὴν ὁποίαν οὔτε κἄν τὸν ἀφήνει νὰ σκεφθῇ τὸ πάθος; Γι᾿αὐτὸ εἶναι «μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Βλέπεις πόσα πάθη περιέκοψε ὁ Κύριος μ᾿ἕνα μακαρισμό; ΟΙ ΔΥΟ ΜΟΡΦΕΣ ΤΗΣ ΚΕΝΟΔΟΞΙΑΣ Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτά, ἐπειδὴ ἐπεσημάναμεν ὡς πρῶτο πάθος τῶν κακῶν ἐπιθυμιῶν τὴν φιλία πρὸς τὴν ὕλην. Ὑπάρχει καὶ δεύτερο, τὸ ὁποῖο περισσότερο πρέπει νὰ ἀποφεύγῃ κανεὶς καὶ τρίτο, ὄχι μικρότερο σὲ κακία. Ποιὸ εἶναι τὸ δεύτερο; Ἡ φιλοδοξία. Ὅσον αὐξάνεται ἡ ἡλικία καὶ πρὶν ἀκόμη ξυπνήσῃ τὸ πάθος τῆς φιλοσαρκίας, ἐμφανίζεται ἡ φιλοδοξία, σὲ νεανικὴ ἡλικία, ὡς κακὴ ἀρχὴ τῆς φιλοσαρκίας. Ἐκείνη τὴν μορφὴ τῆς φιλοδοξίας λέγω τώρα, ποὺ περιστρέφεται πάντοτε στὸν καλλωπισμὸ τοῦ σώματος καὶ στὴν πολυτέλεια τῶν ἐνδυμάτων, τὴν ὁποίαν οἱ Πατέρες χαρακτηρίζουν σὰν κοσμικὴ κενοδοξία. Ἡ ἄλλη μορφὴ τῆς κενοδοξίας προσβάλλει τοὺς ἐναρέτους, μὲ ὑποκρισία καὶ οἴησι, μὲ τίς ὁποῖες ὁ ἐχθρὸς μηχανᾶται νὰ κλέψῃ καὶ νὰ σκορπίσῃ τὸν πνευματικὸ πλοῦτο. Τὰ πάθη αὐτὰ θεραπεύονται τελείως μὲ τὴν αἴσθησι τῆς ψυχῆς καὶ τὸν πόθο τῆς ἀπὸ Θεοῦ τιμῆς, ἐνῶ παραλλήλως ἡ ποθοῦσα (Μοναχή) πρέπει νὰ θεωρῇ τὸν ἑαυτό της ἀναξίαν αὐτῆς τῆς τιμῆς. Ὡσαύτως, νὰ δέχεται μὲ ὑπομονὴ τοὺς ὀνειδισμοὺς καὶ νὰ θεωρῇ τὸν ἑαυτό της ὅτι ἀξίζει γι᾿αὐτούς. Ἐπὶ πλέον ὁ Θεὸς καὶ ὄχι αὐτή, κατὰ τὸ Ψαλμικό: «Μὴ ἡμῖν Κύριε, μὴ ἡμῖν, ἀλλ᾿ ἢ τῷ ὀνόματί σου δός δόξαν …» (Ψαλμ. ΡΙΓ' (113),9). Καὶ ἂν διαπιστώσῃ καμμίαν ἀρετὴ στὸν ἑαυτό της, νὰ ἀποδίδῃ τὴν αἰτία τοῦ κατορθώματος στὸν Θεό. Καὶ μόνο στὸν Θεὸ νὰ ἀναπέμπῃ μὲ εὐγνωμοσύνη δόξα καὶ ὄχι στὸν ἑαυτό της. Ἔτσι θὰ χαρῇ, διότι ἔλαβε τὴν ἀρετὴν ὡς δῶρο καὶ δὲν θὰ ἐπαρθῇ, ἀφοῦ δὲν ἔχει τίποτε ἀπὸ τὸν ἑαυτό της. Ἐκτὸς αὐτῶν, θὰ ταπεινωθῇ, ἀνυψώνοντας τὰ μάτια τῆς διανοίας νύκτα καὶ ἡμέρα πρὸς τὸν Θεόν, ὅπως «ἡ παιδίσκη ἐπὶ τὰς χεῖρας τῆς κυρίας αὐτῆς», γιὰ νὰ ἐκφρασθῷ ψαλμικῶς. (Ψαλμ. 122,2). Καὶ τοῦτο, διότι φοβουμένη μήπως, χωρισθεῖσα ἀπὸ Τὸν μόνο χορηγὸ καὶ συντηρητὴ τῆς ἀρετῆς, καταπέσῃ σὲ βάραθρο τῆς κακίας, ὅπως συμβαίνει μὲ ἐκείνους, ποὺ κατευθύνονται ἀπὸ τοὺς λογισμοὺς τῆς οἰήσεως καὶ τῆς κενοδοξίας. Στὴν θεραπεία τῶν δύο τούτων παθῶν συντελεῖ ἡ ἀναχώρησις, ἡ κατ᾿ ἰδίαν ἄσκησις καὶ παραμονὴ σὲ Κελλί. Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι αὐτοὶ πρέπει νὰ αἰσθάνωνται τὴν ἀδυναμία τῆς προαιρέσεώς των καὶ νὰ σκέπτωνται, ὅτι εἶναι ἀνάξιοι τῆς συναναστοφῆς μὲ ἄλλους ἀνθρώπους. Αὐτὰ δὲ τί ἄλλο εἶναι ἀπὸ τὴν «ἐν πνεύματι πτωχεία» ποὺ μακάρισε ὁ Κύριος; Ἂν λάβῃ κανεὶς ὑπ᾿ὄψιν καὶ τὰ ἐπακολουθοῦντα στὸ πάθος αὐτὸ αἴσχη, θὰ ἀποφύγῃ τὴν κενοδοξία μὲ ὅση δύναμιν ἔχει. Διότι ποθῶντας τὴν δόξαν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους πέφτει, σὲ ἀδοξίαν ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἴδια μέσα, ποὺ χρησιμοποιεῖ γιὰ νὰ δοξασθῇ. Ἐπιμελούμενος τὴν αἰσθητικὴ τοῦ προσώπου του, κομπάζοντας γιὰ τὴν ἀριστοκρατορικὴ καταγωγή του καὶ καυχώμενος γιὰ τὰ ὡραῖα ἐνδύματά του, ὅπως καὶ γιὰ ἄλλα τοιαῦτα, ἀποδεικνύει ὅτι ἔχει ἀκόμη νηπιῶδες φρόνημα. Διότι ὅλα αὐτὰ μαζὶ εἶναι χῶμα. Ὑπάρχει τίποτε εὐτελέστερον ἀπὸ τὸ χῶμα; Καὶ ἡ Μοναχή, ποὺ δὲν χρησιμοποιεῖ τὴν μοναστική της περιβολὴ μόνον πρὸς κάλυψι καὶ θέρμανσιν, ἀλλὰ συγκινεῖται ἀπὸ τίς ἁπαλότητες καὶ στιλπνότητες τῶν ἐνδυμάτων, ὄχι μόνον ἀποκαλύπτει στοὺς γύρω της τὴν ἀκαρπία τῆς ψυχῆς της, ἐπὶ πλεόν ἐμφανίζεται μὲ τὸ ἄσεμνον ἦθος τῶν «ἑταιριζομένων» (κοινῶν γυναικῶν). Περισσότερον ὅμως παντὸς ἄλλου, ἂς ἀκούση Ἐκεῖνον ποὺ λέγει: «οἱ τὰ μαλακὰ φοροῦντες ἐν τοῖς οἴκοις τῶν βασιλέων εἰσίν» (Ματθ. ια'8). «Ἡμῶν δὲ τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει», λέγει ὁ θεσπέσιος Παῦλος (Φιλιπ. γ'20). Μή, λοιπόν, πέσωμεν ἀπὸ τὴ ἀνοησία γιὰ τὰ ἐνδύματα ἀπὸ τὸν Οὐρανὸ στὶς σκηνὲς τοῦ κοσμοκράτορος τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου. ΛΕΠΤΟΤΑΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΗΣ ΑΝΡΩΠΑΡΕΣΚΕΙΑΣ Αὐτὸ τὸ ἴδιο παθαίνουν καὶ ὅσοι ἀσκοῦνται στὶς ἀρετὲς χάριν τῆς ἀνθρωπίνης δόξης. Καὶ αὐτοί, ποὺ ἐτάχθησαν γιὰ νὰ ἔχουν «τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς» (Φιλιπ. γ'20), ἀλλοίμονο, «κατασκηνώνουν εἰς τὸ χῶμα τὴν δόξαν των» καὶ «περιβάλλονται τὴν κατάραν» (Ψαλμ. ΡΗ' (108),18), κατὰ τὸν Δαβίδ (Ψαλμ. ζ'6). Ἡ δὲ προσευχή των δὲν ἀνέρχεται στὸν Οὐρανόν. Ἀλλὰ καὶ κάθε πνευματικὴ προσπάθειά των πέφτει στὴν γῆν, ἐπειδὴ στερεῖται ἀπὸ τὰ φτερὰ τῆς θείας ἀγάπης, ἡ ὁποία ἀνεβάζει στὸν Οὐρανὸ τίς ἐπίγειες καλὲς πράξεις μας. Ὥστε καὶ κόπους ὑποφέρουν καὶ τοὺς μισθοὺς δὲν καρποῦνται. Καὶ τί λέγω γιὰ τὴν ἀκαρπία τῶν μισθῶν; Καρποφοροῦν μέν, ἀλλὰ ἐντροπὴ καὶ ἀκαταστασία λογισμῶν, αἰχμαλωσία τῆς διανοίας καὶ ταραχὴ τῆς ψυχῆς. Διότι λέγει ὁ Δαβίδ· «Κύριος ἐσκόρπισεν ὀστᾶ ἀνθρωπαρέσκων· κατησχύνθησαν, ὅτι ἐξουδένωσεν αὐτοὺς ὁ Θεός» (Ψαλμ. ΝΒ'(52), 6). Τὸ πάθος τῆς ἀνθρωπαρεσκείας εἶναι λεπτότερον ἀπ᾿ ὅλα ὅσα βλάπτουν τὴν ψυχὴ πάθη. Γι᾿αὐτὸ ἐκεῖνος ποὺ παλεύει κατ᾿αὐτοῦ, δὲν πρέπει νὰ ἀρκῆται στὸ νὰ μὴν ἀποδέχεται συνδιασμοὺς καὶ συγκαταθέσεις, ἀλλὰ νὰ θεωρῇ καὶ αὐτή, τὴν διὰ τοῦ λογισμοῦ προσβολήν, ὡς συγκατάθεσι καὶ νὰ φυλάσσεται, ὅσον δύναται. Μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν μόλις θὰ δυνηθῇ νὰ ἀποφύγῃ τὸ τραῦμα ἀπὸ τὸ ταχύτατο βέλος -λογισμόν. Καὶ ἂν μὲν πράττῃ κανεὶς ἔτσι, σὰν ἄγρυπνος, ἡ προσβολὴ τοῦ λογισμοῦ ἀποβαίνει ἀφορμὴ κατανύξεως. Ἄλλως προετοιμάζεται τόπος στὴν ὑπερηφάνεια. Καὶ ὅποιος θὰ προσβληθῇ ἀπὸ αὐτή, δύσκολα ἐπανέρχεται, μᾶλλον δὲ καθίσταται ἀνίατος. Διότι ἡ πτῶσις αὐτὴ εἶναι, κυρίως, διαβολική. Ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς τῆς ὑπερηφανείας, τὸ πάθος τῆς ἀνθρωπαρεσκείας τόση βλάβη προκαλεῖ, ὥστε νὰ ναυαγῇ κανεὶς καὶ σ᾿αὐτὴ τὴν πίστι, ὅπως εἶπε ὁ Κύριος: «Πῶς δύνασθε πιστεύειν εἰς ἐμέ, δόξαν παρὰ ἀνθρώπων λαμβάνοντες καὶ τὴν δόξαν τὴν παρὰ τοῦ μόνου Θεοῦ οὐ ζητοῦντες;» ( Ἰω. ε’44). Ὤ ἄνθρωπε, τί σοῦ προσφέρει ἡ ἀνθρωπίνη δόξα, μᾶλλον ἕνα ὄνομα δόξης ἄνευ περιεχομένου; Καὶ οὔτε μόνον αὐτό, ἐπὶ πλέον εἶναι γεννητικὸ τοῦ φθόνου. Τοῦ φθόνου, ποὺ εἶναι, ἂν ὄχι ἐνέργεια, πάντως εἶναι δυνάμει φόνος. Διότι ὁ φθόνος αὐτὸς προκάλεσε τὸν πρῶτο φόνο τοῦ Ἄβελ καὶ τὴν θεοκτονίαν ὕστερα, τὴν σταύρωσι τοῦ Θεανθρώπου. Τὸ πάθος τῆς κενοδοξίας τί ἆρα ὠφελεῖ τὴν ἀνθρωπίνη φύσι; Τὴν συγκρατεῖ τὴν ἀνθρώπινη φύσι; Τὴν συγκρατεῖ, τὴν φυλάσσει ἢ τὴν ἐπαναφέρει στὴν τάξιν, ἂν συμβῇ νὰ παρεκλίνῃ καὶ τὴν θεραπεύει; Πάντως, οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ κάτι σχετικό. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἀκριβῶς, ἐπειδὴ κανένα καλὸ δὲν ἔχει τὸ πάθος αὐτό, ἔπεται ὅτι ἀποτελεῖ μίαν ἐκτροπή. Ἐὰν μάλιστα θελήση κανεὶς μὲ ἀκρίβεια νὰ ἐξετάσῃ τὴν κενοδοξία, θὰ ἀνακαλύψῃ ὅτι ἀποτελεῖ αἰτία ποικίλων ἀτόπων καὶ πολλάκις καταισχύνει ἐκείνους ποὺ τὴν ἀγαποῦν, τῶν ὁποίων ἀποκαλύπτει τὰ κίνητρα.

26 Φεβρουαρίου 2021

'Αγιοι ομολογητές τής 'Ορθοδόξου Εκκλησίας πού κράτησαν μέ ακρίβεια στήν πράξη τήν ομολογία τής Ορθοδόξου πίστεως. Ο γέροντας ιερομόναχος (πνευματικός μου τότε) αρχιμανδρίτης πατήρ Χρυσόστομος Σπύρου αποτειχίστηκε τό 1983 από τόν μητροπολίτη Ύδρας Σπετσών και Αιγίνης λόγω τής παναιρέσεως τού οικουμενισμού. Γύρισε καί μέ τό παλαιό ημερολόγιο στήν γυναικεία ιερά Μονή Αγίων Πάντων Σπετσών, χωρίς όμως νά πάει σέ κάποια παράταξη Γ.Ο.Χ. Άνηκε στό Ακαινοτόμητο πλήρωμα Σπετσών Ύδρας καί Αιγίνης τής Εκκλησίας τής Ελλάδος. Ακούστε τήν αλήθεια τών Ίερών Κανόνων καί τών Πατέρων τής Εκκλησίας γιά όλα τά θέματα καί τί λέει ό γέροντας γιά τίς πλάνες τίς κακοδοξίες και τίς διαστροφές τών υποδίκων καινοτόμων καί γιά όλους αυτούς πού τούς ακολουθούν. Αιωνία ή μνήμη τού Πατρός Χρυσοστόμου Σπύρου.

https://youtu.be/0fGKknD6cKY
'Αγιοι ομολογητές τής 'Ορθοδόξου Εκκλησίας πού κράτησαν μέ ακρίβεια στήν πράξη τήν ομολογία τής Ορθοδόξου πίστεως. Ο γέροντας ιερομόναχος (πνευματικός μου τότε) αρχιμανδρίτης πατήρ Χρυσόστομος Σπύρου αποτειχίστηκε τό 1983 από τόν μητροπολίτη Ύδρας Σπετσών και Αιγίνης λόγω τής παναιρέσεως τού οικουμενισμού. Γύρισε καί μέ τό παλαιό ημερολόγιο στήν γυναικεία ιερά Μονή Αγίων Πάντων Σπετσών, χωρίς όμως νά πάει σέ κάποια παράταξη Γ.Ο.Χ. Άνηκε στό Ακαινοτόμητο πλήρωμα Σπετσών Ύδρας καί Αιγίνης τής Εκκλησίας τής Ελλάδος. Ακούστε τήν αλήθεια τών Ίερών Κανόνων καί τών Πατέρων τής Εκκλησίας γιά όλα τά θέματα καί τί λέει ό γέροντας γιά τίς πλάνες τίς κακοδοξίες και τίς διαστροφές τών υποδίκων καινοτόμων καί γιά όλους αυτούς πού τούς ακολουθούν. Αιωνία ή μνήμη τού Πατρός Χρυσοστόμου Σπύρου.

'Αγιοι ομολογητές τής 'Ορθοδόξου Εκκλησίας πού κράτησαν μέ ακρίβεια στήν πράξη τήν ομολογία τής Ορθοδόξου πίστεως. Ο γέροντας ιερομόναχος (πνευματικός μου τότε) αρχιμανδρίτης πατήρ Χρυσόστομος Σπύρου αποτειχίστηκε τό 1983 από τόν μητροπολίτη Ύδρας Σπετσών και Αιγίνης λόγω τής παναιρέσεως τού οικουμενισμού. Γύρισε καί μέ τό παλαιό ημερολόγιο στήν γυναικεία ιερά Μονή Αγίων Πάντων Σπετσών, χωρίς όμως νά πάει σέ κάποια παράταξη Γ.Ο.Χ. Άνηκε στό Ακαινοτόμητο πλήρωμα Σπετσών Ύδρας καί Αιγίνης τής Εκκλησίας τής Ελλάδος. Ακούστε τήν αλήθεια τών Ίερών Κανόνων καί τών Πατέρων τής Εκκλησίας γιά όλα τά θέματα καί τί λέει ό γέροντας γιά τίς πλάνες τίς κακοδοξίες και τίς διαστροφές τών υποδίκων καινοτόμων καί γιά όλους αυτούς πού τούς ακολουθούν. Αιωνία ή μνήμη τού Πατρός Χρυσοστόμου Σπύρου.

https://youtu.be/S0Jfs0thDT0
'Αγιοι ομολογητές τής 'Ορθοδόξου Εκκλησίας πού κράτησαν μέ ακρίβεια στήν πράξη τήν ομολογία τής Ορθοδόξου πίστεως. Ο γέροντας ιερομόναχος (πνευματικός μου τότε) αρχιμανδρίτης πατήρ Χρυσόστομος Σπύρου αποτειχίστηκε τό 1983 από τόν μητροπολίτη Ύδρας Σπετσών και Αιγίνης λόγω τής παναιρέσεως τού οικουμενισμού. Γύρισε καί μέ τό παλαιό ημερολόγιο στήν γυναικεία ιερά Μονή Αγίων Πάντων Σπετσών, χωρίς όμως νά πάει σέ κάποια παράταξη Γ.Ο.Χ. Άνηκε στό Ακαινοτόμητο πλήρωμα Σπετσών Ύδρας καί Αιγίνης τής Εκκλησίας τής Ελλάδος. Ακούστε τήν αλήθεια τών Ίερών Κανόνων καί τών Πατέρων τής Εκκλησίας γιά όλα τά θέματα καί τί λέει ό γέροντας γιά τίς πλάνες τίς κακοδοξίες και τίς διαστροφές τών υποδίκων καινοτόμων καί γιά όλους αυτούς πού τούς ακολουθούν. Αιωνία ή μνήμη τού Πατρός Χρυσοστόμου Σπύρου.